Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Παραγωγή, Μεταποίηση Πλαίσιο & στόχοι αναπτυξιακής πολιτικής για τη γεωργία μας
Πλαίσιο & στόχοι αναπτυξιακής πολιτικής για τη γεωργία μας Εκτύπωση E-mail
 Εισήγηση του Γιώργου Αγοραστάκη σε νομαρχιακή συνέλευση στελεχών, 20-4-2003

Ο σκοπός και το αντικείμενο της εισήγησης είναι: να καταγραφούν οι νεώτερες και γενικότερες εξελίξεις – προοπτικές (ενημέρωση για το γενικότερο πλαίσιο), να εντοπιστούν τα κύρια προβλήματα της γεωργίας και να  προσδιοριστούν οι σημαντικότεροι στόχοι πολιτικής γενικά και ειδικότερα για την περιοχή μας.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

1. ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

1.1   Οι εξελίξεις - Γενικά

1.2   Οι εξελίξεις στον ΠΟΕ

1.3   Η διεύρυνση της Ε.Ε.

2. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΚΑΠ)

2.1 ΣΚΟΠΟΣ

2.2 ΣΤΟΧΟΣ

2.3   Πεδίο εφαρμογής

2.4   ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΠ

2.4.1. Αποσύνδεση των άμεσων ενισχύσεων - εισαγωγή ενιαίας ενίσχυσης ανά γεωργική εκμετάλλευση

2.4.2  Ενίσχυση – τήρηση των προτύπων στον τομέα του περιβάλλοντος, της ασφάλειας των τροφίμων, κτλ.

2.4.3. Σύστημα παροχής συμβουλών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις

2.4.4. Μακροπρόθεσμη παύση της καλλιέργειας γαιών για περιβαλλοντικούς λόγους

2.4.5. Στήριξη στις ενεργειακές καλλιέργειες - πίστωση άνθρακα

2.4.6.  Εισάγονται ακόμα τα εξής νέα μέτρα σε σχέση με την ποιότητα των τροφίμων

2.5   ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΓΙΑ τη νΕΑ ΚΑΠ

2.6               Μηχανισμός εφαρμογής 

2.7   Το Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (Ο.Σ.Δ.Ε.)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

3. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

4. ΣΤΟΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

5. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

 Γεωργία Χανιά

Πρωτογενής Τομέας – Γεωργία

 

1. ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

 

1.1       Οι εξελίξεις - Γενικά

 

Η ελληνική γεωργία εξαρτάται πλήρως από την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ε.Ε. Οποιαδήποτε αλλαγή στην ΚΑΠ έχει άμεση επιρροή στην αγροτική μας οικονομία, στις αγροτικές περιοχές, τα εισοδήματα και την απασχόληση των αγροτών. Ως εκ τούτου κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τις γενικότερες τάσεις και μεταβολές που συντελούνται, (ούτε φυσικά κανείς στο επίπεδό μας μπορεί να τις μεταβάλει) αλλά αντίθετα πρέπει να τις διαβλέψει και να τις αξιοποιήσει προς όφελός του εφόσον τούτο είναι δυνατόν.

 

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ βρίσκεται πάλι σε αναθεώρηση κάτω από την πίεση των υποχρεώσεων στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), όσο και της διεύρυνσης προς Ανατολάς. Οι δαπάνες που προκαλούνται εξ αυτών, αντιμετωπίζονται με αναδιανομή των πιστώσεων του Κοινοτικού προϋπολογισμού και χωρίς σοβαρή αύξηση των εσόδων.

 

1.2       Οι εξελίξεις στον ΠΟΕ

H απελευθέρωση των διεθνών αγορών επεκτείνεται και στα γεωργικά προϊόντα υπό την επίδραση της αναβίωσης δογμάτων ελευθέρου διεθνούς εμπορίου, όπως αυτά αποτυπώνονται στους διαδοχικούς κύκλους της GATT/ ΠΟΕ. H πορεία που χαράχθηκε στο Γύρο της Ουρουγουάης και ακολουθείται από τις χώρες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ  προβλέπει ότι όλες οι «στρεβλωτικές για το εμπόριο!» ενισχύσεις (εξαγωγικές  επιδοτήσεις, εσωτερική  στήριξη) θα μειωθούν σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που τέθηκε στη Ντόχα του Κατάρ (Νοέμβριος 2001), μέχρι τον Ιανουάριο του 2005 θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία των διαπραγματεύσεων και να έχει επιτευχθεί η τελική συμφωνία. Η τελική συμφωνία προβλέπεται ότι συνεπάγεται μείωση της εσωτερικής προστασίας του ευρωπαϊκού αγροτικού τομέα (κατά 20%) και της συνοριακής στήριξης (εξαγωγικών ενισχύσεων κατά 36%). Ως εκ τούτου αναμένεται να ενταθούν  οι διαδικασίες αναμόρφωσης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) στην Ε.Ε. με στόχο την τελική συμφωνία του ΠΟΕ.

 

1.3       Η διεύρυνση της Ε.Ε.

 

Οκτώ  χώρες  της  Κεντρικής  και  Ανατολικής  Ευρώπης  (ΧΚΑΕ) .  Βουλγαρία,  Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία μαζί με  την  Κύπρο  και  τη  Μάλτα  εντάχθηκαν στην Ε.Ε.  Με την ένταξη ο αριθμός των καταναλωτών αυξήθηκε κατά 100 εκατ. (Η μέση όμως αγοραστική δύναμη των κατοίκων των νέων χωρών είναι περίπου το ένα τρίτο εκείνης των καταναλωτών της Ε.Ε).  Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις της Ε.Ε. αυξάνονται κατά 60  εκατ. εκτάρια και προσεγγίζουν τα 200 εκατομμύρια εκτάρια.  Οι απασχολούμενοι  στον αγροτικό  τομέα  διπλασιάζονται (9,5  εκατ.  εργαζόμενοι στη γεωργία επιπλέον των  8,2  εκατ.  της  Ε.Ε).   Σύμφωνα με  εκτιμήσεις  της  Ε.Ε.  το  κόστος  της  διεύρυνσης  θα  απαιτούσε  αύξηση  του  κοινοτικού προϋπολογισμού κατά 25%.  Οι αποφάσεις όμως προβλέπουν ότι οι  αγροτικές  δαπάνες  θα είναι  πολύ περιορισμένες και θα κυμανθούν από 1,6 δισ. Ευρώ το 2002 μέχρι 3,4 Ευρώ το 2006.

 

Η διεύρυνση της Ε.Ε. θα απαιτήσει επέκταση του μηχανισμού στήριξης των τιμών της ΚΑΠ και  στα  νέα  μέλη. Προβλέπεται οι άμεσες ενισχύσεις να αποδοθούν σταδιακά  κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου δέκα ετών.  Σε πρώτο στάδιο για τα έτη 2004, 2005 και 2006 θα χορηγηθούν άμεσες ενισχύσεις ίσες με το 25%, 30% και 35% αντίστοιχα  του  ποσού  που  προβλέπει  το  σημερινό  σύστημα και σε  δεύτερο  στάδιο, μετά  το 2006,  οι  άμεσες  ενισχύσεις  θα διαμορφωθούν σταδιακά φθάνοντας στο 100% το 2013.

 

2. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΚΑΠ)

 

Στα Ευρωπαϊκά όργανα -αυτή την περίοδο- βρίσκονται στη συζήτηση οι προτάσεις της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ.  Σε συντομία οι προτάσεις για την τροποποίηση των κανονισμών της ΚΑΠ -όπως δόθηκαν στην δημοσιότητα από το Φλεβάρη- περιλαμβάνουν τα εξής ζητήματα.

 

2.3 ΣΚΟΠΟΣ

 

   Οι προτεινόμενες προσαρμογές των μέτρων της ΚΑΠ δηλώνεται ότι αποσκοπούν στη

- μέγιστη δυνατή ευελιξία όσον αφορά τις αποφάσεις για την παραγωγή και απλουστεύουν αισθητά τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται η στήριξη στους παραγωγούς.

- Εξάλειψη μέρους των μέτρων παροχής κινήτρων με αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και ενθάρρυνση αειφόρων γεωργικών πρακτικών.

- Απλοποίηση της ΚΓΠ,

- Διευκόλυνση διαδικασίας διεύρυνσης της Ε.Ε.

- και βελτίωση της θέση της ΚΑΠ στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

-

2.4 ΣΤΟΧΟΣ

 

Η νέα «μεταρρύθμιση» της ΚΑΠ, δηλώνεται ότι έχει ως στόχο την :

- Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και προώθηση μιας γεωργίας, περισσότερο προσανατολισμένης προς την αγορά.

- Σταδιακή μετάβαση από το καθεστώς στήριξης του προϊόντος στο καθεστώς στήριξης του παραγωγού μέσω της εισαγωγής ενός συστήματος ενιαίων ενισχύσεων ανά γεωργική εκμετάλλευση, αποσυνδεδεμένων από την παραγωγή, οι οποίες θα υπόκεινται στην τήρηση των απαιτήσεων για το περιβάλλον, στην καλή διαβίωση των ζώων και την ποιότητα των τροφίμων.

Η πεμπτουσία και της νέας αναθεώρησης είναι ότι προτείνεται η μείωση των θεσμικών τιμών αγροτικών προϊόντων και η υιοθέτηση άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων.

 

2.3       Πεδίο εφαρμογής

 

Τα μέτρα αφορούν μια ομάδα γεωργικών προϊόντων κυρίως των βόρειων χωρών. Συγκεκριμένα τα προϊόντα: σιτηρά, ρύζι, χορτονομές, γάλα και γαλακτομικά προϊόντα, καθώς και τα όσπρια, οι σπόροι προς σπορά, τα γεώμηλα, το βόειο και το αίγειο κρέας.

Προς το παρόν δεν θίγονται τα Μεσογειακά φυτικά προϊόντα. Οι προτάσεις για τους υπόλοιπους τομείς (ζάχαρης, ελαιολάδου, καπνού, βάμβακος και ενδεχομένως οπωροκηπευτικών και οίνου), πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο μεταρρύθμισης μετά το πρώτο πακέτο στη διάρκεια του 2003.  Τα μέτρα που θα προταθούν και για αυτά αναμένεται να είναι παρόμοια με αυτά της πρώτης ομάδας προϊόντων.

 

2.4       ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΠ

 

2.4.1. Αποσύνδεση των άμεσων ενισχύσεων - εισαγωγή ενιαίας ενίσχυσης ανά γεωργική εκμετάλλευση

 

Μία ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση θα αντικαταστήσει τις περισσότερες από τις πριμοδοτήσεις στο πλαίσιο διαφόρων κοινών οργανώσεων αγοράς. Οι γεωργοί θα λαμβάνουν ενιαία ενίσχυση ανά γεωργική εκμετάλλευση. Η ενιαία αυτή ενίσχυση θα χωρίζεται σε πολλά δικαιώματα ενίσχυσης, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβίβασή τους. Κάθε δικαίωμα θα υπολογίζεται διατηρώντας το ποσό αναφοράς δια του αριθμού των εκταρίων βάσει των οποίων έχει καθοριστεί το ποσό αυτό (περιλαμβανομένης της κτηνοτροφικής έκτασης) κατά τα έτη αναφοράς.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των μισθωτών και των εκμισθωτών γεωργικών εκμεταλλεύσεων, οι προτάσεις προβλέπουν ένα σύστημα μεταβίβασης δικαιωμάτων λήψης ενισχύσεων. Οι ενισχύσεις θα χορηγούνται μόνο στους γεωργούς που αναπτύσσουν πράγματι παραγωγικές δραστηριότητες ή διατηρούν τις εκτάσεις σε καλή γεωργική κατάσταση και διατηρούν το δεσμό με τη γη.

 

 

2.4.2   Ενίσχυση – τήρηση των προτύπων στον τομέα του περιβάλλοντος, της ασφάλειας των τροφίμων, κτλ.

 

            Η τήρηση των προτύπων θα περιλαμβάνει τη δυνατότητα καταβολής από τα κράτη μέλη έκτακτων ενισχύσεων στους γεωργούς, οι οποίες θα μειώνονται προοδευτικά, προκειμένου να τους βοηθήσουν να προσαρμοστούν στα νέα αυστηρά πρότυπα που βασίζονται στην κοινοτική νομοθεσία στους τομείς του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας καθώς και της υγείας των ζώων και των φυτών, της καλής διαβίωσης των ζώων και της ασφάλειας στην εργασία. Η ενίσχυση θα υπόκειται σε ανώτατο όριο 10.000 ευρώ ανά εκμετάλλευση για ένα δεδομένο έτος. 

 

Ως απαραίτητο συμπλήρωμα της αποσύνδεσης των ενισχύσεων από την παραγωγή, προκειμένου να αποφευχθεί η εγκατάλειψη της γης και τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αυτή συνεπάγεται, οι δικαιούχοι των άμεσων ενισχύσεων θα είναι επίσης υποχρεωμένοι να διατηρούν τις γεωργικές εκτάσεις σε καλή κατάσταση.

Το σύστημα αυτό θα αφορά την εκμετάλλευση στο σύνολό της και θα επιβάλλονται κυρώσεις σε κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης στο επίπεδο της εκμετάλλευσης του δικαιούχου. Αυτό θα ισχύει για όλους τους τομείς και τόσο για τις χρησιμοποιούμενες όσο και τις μη χρησιμοποιούμενες γεωργικές εκτάσεις.

Οι γεωργοί που λαμβάνουν την ενιαία ενίσχυση ανά εκμετάλλευση ή άλλες άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο της ΚΓΠ και οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με τα κανονιστικά πρότυπα θα υπόκεινται σ' ένα σύστημα κυρώσεων. Η ποινή θα λαμβάνει τη μορφή παρακράτησης ενός μέρους ή του συνόλου της ενίσχυσης (ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης).

 

 

2.4.3. Σύστημα παροχής συμβουλών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις

 

Καθιερώνεται σύστημα παροχής συμβουλών και εσωτερικού ελέγχου (απογραφή και λογιστική καταχώριση ροής υλικών και των διαδικασιών) στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που θα έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα στο πλαίσιο των απαιτήσεων πολλαπλής συμμόρφωσης. Παροχή στήριξης στους γεωργούς για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται η χρήση υπηρεσιών παροχής γεωργικών συμβουλών. Η εισαγωγή του μέτρου, αρχικά, θα περιορίζεται στους παραγωγούς που λαμβάνουν άμεσες ενισχύσεις οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ετησίως ή ο κύκλος εργασιών των οποίων υπερβαίνει τα 100.000 ευρώ ετησίως. Οι υπόλοιποι γεωργοί θα μπορούν να συμμετέχουν στο σύστημα σε οικειοθελή βάση.

 

2.4.4. Μακροπρόθεσμη παύση της καλλιέργειας γαιών για περιβαλλοντικούς λόγους

 

Για να είναι επιλέξιμοι για τη χορήγηση της ενιαίας ενίσχυσης ανά εκμετάλλευση, οι παραγωγοί που υπόκεινται επί του παρόντος στην υποχρεωτική παύση της καλλιέργειας, θα είναι υποχρεωμένοι να συνεχίσουν την παύση της καλλιέργειας σε έκταση που ισοδυναμεί με το 10 % της έκτασης. Η βιολογική γεωργία δεν θα υπόκειται στην υποχρέωση αυτή για τη σχετική έκταση. Η παύση της καλλιέργειας δεν θα είναι εκ περιτροπής και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για γεωργικούς σκοπούς ούτε για καλλιέργειες με εμπορικό σκοπό. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιτρέπουν την εκ περιτροπής παύση της καλλιέργειας εφόσον επιβάλλεται από περιβαλλοντικούς λόγους. Σε περίπτωση μεταβίβασης, οι εκτάσεις θα παραμένουν υπό καθεστώς παύσης της καλλιέργειας.

 

2.4.5. Στήριξη στις ενεργειακές καλλιέργειες - πίστωση άνθρακα

 

Η Επιτροπή προτείνει ενίσχυση ύψους 45 ευρώ/εκτάριο για τις ενεργειακές καλλιέργειες, για μέγιστη εγγυημένη έκταση 1.500.000 εκταρίων. Η ενίσχυση θα χορηγείται μόνο για εκτάσεις στις οποίες η παραγωγή καλύπτεται από σύμβαση μεταξύ του παραγωγού και μιας μεταποιητικής βιομηχανίας.

 

2.4.6. Εισάγονται ακόμα τα εξής νέα μέτρα σε σχέση με την ποιότητα των τροφίμων

 

Περιλαμβάνουν:

- την παροχή οικονομικών κινήτρων στους γεωργούς οι οποίοι συμμετέχουν οικειοθελώς σε κοινοτικά ή αναγνωρισμένα εθνικά προγράμματα που αποβλέπουν στη βελτίωση της ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και των παραγωγικών διαδικασιών και παρέχουν εγγυήσεις στους καταναλωτές στους εν λόγω τομείς. Οι ενισχύσεις θα καταβάλλονται ετησίως για ανώτατη περίοδο 5 ετών και εντός ανώτατου ορίου 1.500 ευρώ ανά εκμετάλλευση για ένα δεδομένο έτος.

- στήριξη των ομάδων παραγωγών για δραστηριότητες που αποβλέπουν στην ενημέρωση των καταναλωτών και στην προώθηση των προϊόντων που παράγονται στο πλαίσιο καθεστώτων ποιότητας, για τα οποία παρέχεται στήριξη στο πλαίσιο του προαναφερθέντος μέτρου. Οι κρατικές ενισχύσεις θα μπορούν να αντιπροσωπεύουν έως και 70 % του κόστους των επιλέξιμων σχεδίων.

 

Ακόμα σχετικό μέτρο είναι η εισαγωγή στα γεωργο-περιβαλλοντικά μέτρα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 της δυνατότητας χορήγησης ενισχύσεων για τους γεωργούς που αναλαμβάνουν ορισμένες υποχρεώσεις, για περίοδο τουλάχιστον 5 ετών, οι οποίες αποβλέπουν στη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων τους και οι οποίες υπερβαίνουν τις συνήθεις ορθές πρακτικές στον τομέα της ζωοτεχνίας. Οι ενισχύσεις θα καταβάλλονται ετησίως βάσει των πρόσθετων δαπανών και της απώλειας εισοδήματος που απορρέει από την ανάληψη των εν λόγω υποχρεώσεων, με ανώτατο ετήσιο όριο 500 ευρώ ανά μονάδα ζωικού κεφαλαίου.

 

 

2.5       ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΓΙΑ τη NΕΑ ΚΑΠ

 

Προβλέπεται ένα σύστημα προοδευτικής μείωσης ενισχύσεων που χορηγούνται σε ένα γεωργό για την περίοδο 2006-2012. Οι ενισχύσεις θα μειώνονται προοδευτικά  από 1 % το 2006 μέχρι 19% το 2011. Αντίστοιχα το μερίδιο της διαφοροποίησης που θα προκύπτει από την προοδευτική μείωση, η οποία θα ξεκινήσει από 1 % το 2006 για να ανέλθει σε 6 % το 2011, θα διατίθενται στα κράτη μέλη ως συμπληρωματική κοινοτική ενίσχυση για τα μέτρα που θα πρέπει να συμπεριλάβουν στον προγραμματισμό αγροτικής ανάπτυξης. 

 

2.6       Μηχανισμός εφαρμογής 

Το Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (Ο.Σ.Δ.Ε.)

 

Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου θα πρέπει να προσαρμοστεί, βάσει των νέων διατάξεων για τις άμεσες ενισχύσεις. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση ενίσχυσης θα πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο διοικητικών ελέγχων όσον αφορά την επιλεξιμότητα των εκτάσεων και την ύπαρξη των αντίστοιχων δικαιωμάτων ενίσχυσης.

 

2.8 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

Οι εξελίξεις αυτές στην ΚΑΠ αντανακλούν τις  συμφωνίες  στον ΠΟΕ για περιορισμό της στήριξης της γεωργίας, ιδίως των επιδοτήσεων που θεωρείται ότι στρεβλώνουν το εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Παράλληλα,  η  διαδικασία  της  διεύρυνσης  προς  Ανατολάς  θέτει  το  ζήτημα  της αύξησης  των  δαπανών  της  ΚΑΠ,  προκειμένου  να  καλυφθούν  και  οι  υποψήφιες χώρες που έχουν σημαντικό αγροτικό τομέα. Έτσι με  δεδομένη  την απροθυμία  για αύξηση των δαπανών, η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, στρέφεται προς την κατεύθυνση της μείωσης της συνολικής στήριξης της γεωργίας και μεταβίβασης κατά ένα μέρος του οικονομικού βάρους της στα κράτη μέλη. Η τάση περιορισμού των επιδοτήσεων και μερικής επανεθνικοποίησης των  δαπανών    αναμένεται  να  επηρεάσει  τα  αγροτικά  εισοδήματα  παρά  τη  μερική αντιστάθμιση με διαρθρωτικού χαρακτήρα ενισχύσεις.

 

Συνεπώς τίθεται πιο επιτακτικά το ζήτημα, η ελληνική γεωργία θα πρέπει να προσαρμοσθεί στις αλλαγές της ΚΑΠ, με την εντονότερη προσπάθεια να επωφεληθεί από τις θετικές πλευρές των εξελίξεων, δηλ. από τη στροφή προς την κατεύθυνση  της  στήριξης  των  εισοδημάτων  εκείνων  των  αγροτών  που  παράγουν ποιοτικά  προϊόντα  με  φιλικές  προς  το  περιβάλλον  πρακτικές,  καθώς  και  από  την μεγαλύτερη έμφαση σε διαρθρωτικού τύπου ενισχύσεις.  Πρέπει να δημιουργηθούν πολιτικές που να  προωθούν το διαρθρωτικό εκσυγχρονισμό  της  γεωργίας,  προκειμένου  να παράγονται προϊόντα σε ανταγωνιστικό κόστος και ποιότητα.

 

3. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

 

O ελληνικός αγροτικός χώρος παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από τον αγροτικό χώρο των άλλων χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα μέτρα από την μεταρρύθμιση της ΚΑΠ έχουν διαφορετικό αντίκτυπο στην χώρα μας σε σχέση με τις άλλες χώρες.

 

Η παραγωγική του φυσιογνωμία της υπαίθρου στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αγροτική δραστηριότητα (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, δασοκομία, μελισσοκομία, κ.λπ.) με αποτέλεσμα τόσο το εισόδημα των κατοίκων του αγροτικού χώρου (σε ποσοστό 20-30%) όσο και η απασχόλησή τους (σε ποσοστό 30-50%) να εξαρτάται από τον αγροτικό τομέα. Αυτό οφείλεται τόσο στη μεγάλη σημασία του πρωτογενούς τομέα στην ελληνική οικονομία (12-13% στο ΑΕΠ έναντι 2-3% στην Ε.Ε.[15] και 18-20% στη συνολική απασχόληση έναντι 5-6% στην Ε.Ε.), όσο και στο γεγονός ότι η βιομηχανία και ο τριτογενής τομέας είναι υπερβολικά συγκεντρωμένος στα αστικά κέντρα.

Ο ελληνικός αγροτικός χώρος περιλαμβάνει πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις πολύ μικρού μεγέθους σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 90% περίπου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στη χώρα μας έχει έκταση μικρότερη από 10 εκτάρια (100 στρ.) και το μέσο μέγεθος σε ολόκληρη τη χώρα είναι 5 εκτάρια (50 στρ.) όταν στο σύνολο της Ε.Ε. ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 16 εκ. (180 στρ.). Το  μικρό  αυτό  μέσο  μέγεθος  της  καλλιεργούμενης  γης  σχετίζεται  και  με  το  μικρό  μέσο οικονομικό  μέγεθος  των  εκμεταλλεύσεων, με  μια σειρά επακόλουθα προβλήματα στην μεταποίηση, εμπορία κτλ. Το γεγονός αυτό, παρά τις προσπάθειες εντατικοποίησης της αγροτικής παραγωγής, οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλά εισοδήματα και υποχρεώνει για την αναζήτηση εισοδημάτων εκτός της αγροτικής εκμετάλλευσης και εκτός γεωργίας.

 

Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός στον αγροτικό τομέα  πέρα από του ότι είναι πολλαπλάσιος  του  μέσου  όρου  της  Ε.Ε.,  (16%  περίπου)  είναι και  περισσότερο γηρασμένος. Η αυξημένη αυτή γήρανση συναρτάται, εύλογα, με τη μείωση του αριθμού των νέων αγροτών. Οι επαγγελματίες αγρότες μετατρέπονται σταδιακά σε μειοψηφία και στις κατεξοχήν περιοχές τους.

Έντονο  είναι επίσης και το  πρόβλημα  της  υποαπασχόλησης  των  μελών  της  αγροτικής οικογένειας. Πρόβλημα που σχετίζεται με την εποχικότητα της αγροτικής παραγωγής, την μονοκαλλιέργεια και το μικρό κλήρο. Αυτονόητη  είναι  επομένως  η  αναζήτηση  λύσεων  στην  εξωαγροτική απασχόληση  και  γενικά  την  πολυαπασχόληση  για  τη  συμπλήρωση  του  αναγκαίου  για  την αναπαραγωγή της  οικογένειας εισοδήματος.

Τέλος,  ένα  σημαντικό πρόσφατο χαρακτηριστικό που ήλθε να  προστεθεί στη δομή  της απασχόλησης  στον  αγροτικό τομέα αποτελεί η μόνιμη και πολυάριθμη παρουσία νομίμων και μη μεταναστών.

Το 70% περίπου της ελληνικής αγροτικής παραγωγής αποτελείται από φυτικά προϊόντα και μόνο το 30% από ζωικά, τα οποία ενσωματώνουν πολύ μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στην παραγωγή τους, δηλ. προσφέρουν υψηλότερα αγροτικά εισοδήματα.

Στην υπόλοιπη Ε.Ε. η κατάσταση είναι ακριβώς αντίστροφη. Σημειώνεται ότι η εξωτερική προστασία από την ΚΑΠ είναι σχετικά χαμηλότερη στην φυτική παραγωγή και ότι ελάχιστα προστατεύει τα φρούτα-λαχανικά που αποτελούν το 40% της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Αποτέλεσμα της χαμηλής προστασίας είναι η ένταση του ανταγωνισμού των τρίτων χωρών που εκτοπίζει τα ελληνικά προϊόντα από την εγχώρια και τις κοινοτικές αγορές και πιέζει τις τιμές παραγωγού σε χαμηλά επίπεδα, με αρνητικές συνέπειες στο αγροτικό εισόδημα.

 

Στα αρνητικά δεδομένα πρέπει να προστεθούν ακόμα και

- η ορεινότητα των εδαφών,

- το κόστος παραγωγής των προϊόντων συνεχίζει να είναι υψηλό

- η επενδυτική δραστηριότητα στον πρωτογενή τομέα παρουσιάζει μια μόνιμη πτωτική τάση, ιδίως σε ότι αφορά τις ιδιωτικές επενδύσεις.

- το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και πληροφόρησης των αγροτών

- η καχεκτική ανάπτυξη των θεσμών που πλαισιώνουν τους αγρότες,

- η κρίση  στο  συνεταιριστικό  κίνημα, 

- η κατάργηση κρατικών και άλλων συλλογικών φορέων στη χώρα μας κτλ

 

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο τελικό αποτέλεσμα τα αγροτικά εισοδήματα από τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις είναι (κατά μέσο όρο) χαμηλότερο κατά 40-50% του αντίστοιχου μέσου εισοδήματος των εργαζομένων σε άλλους τομείς της οικονομίας της χώρας μας, επίσης δεν ξεπερνούν το 50% των αντίστοιχων εισοδημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι συνεπώς αναπόφευκτο σημαντικό ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο φτώχειας και  να συνεχίζεται η αγροτική έξοδος όχι μόνο από τον αγροτικό τομέα αλλά και γενικότερα από τον αγροτικό χώρο.

 

Πρέπει συνεπώς να είναι σαφές ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας αδυνατεί να προσφέρει στους Έλληνες αγρότες αντίστοιχα εισοδήματα με αυτά των εργαζόμενων σε άλλους τομείς της οικονομίας στις αστικές περιοχές, όχι μόνο λόγω των εγγενών ιδιαιτεροτήτων των αγροτικών τομέων που συναντώνται σε όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά και επειδή έχει τα επιπρόσθετα αρνητικά χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.

 

Βέβαια, όλα τα παραπάνω αφορούν τους μέσους όρους σε επίπεδο χώρας, οι οποίοι συγκαλύπτουν σημαντικές διαφοροποιήσεις κατά αγροτική περιοχή δεδομένης της ποικιλομορφίας του ελληνικού γεωγραφικού χώρου. Είναι συνεπώς απαραίτητο να αποκαλυφθούν οι διαφοροποιήσεις αυτές, προκειμένου να φανούν καθαρότερα τα προβλήματα του ελληνικού αγροτικού χώρου και να σκιαγραφηθεί μία διαφοροποιημένη κατά περίπτωση στρατηγική ολοκληρωμένης αγροτικής ανάπτυξης που θα διευρύνει τις δυνατότητες παραγωγικής απασχόλησης των αγροτών και εκτός αγροτικού τομέα και θα συμβάλει στη συγκράτηση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές.

Μια συγκεκριμένη  προσέγγιση  της  σύγχρονης  γεωργίας  πρέπει  να  λάβει υπόψη της εκτός από τις  οριζόντιες  αναλύσεις  και  τις  πολλές  και αρκετά σαφώς διακριτές τοπικές «γεωργίες» που τη συναποτελούν. Η πολλαπλότητα  και η πολυμορφία στην γεωργία, οι  διαφοροποιήσεις προκύπτουν ως αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων των επί μέρους περιοχών αλλά και των σύγχρονων εξελίξεων στο εσωτερικό του αγροτικού τομέα αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία και οικονομία.

 

 

4. ΣΤΟΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Η οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική  σημασία της γεωργίας για την Ελλάδα ήταν  και  παραμένει  πολύ σημαντική.  Η βαρύτητα της γεωργίας ξεπερνάει κατά πολύ τα μεγέθη συμμετοχής της στην εθνική οικονομία και στην απασχόληση.  Κι αυτό  γιατί ο αγροτικός τομέας στην Ελλάδα δεν είναι μόνο τομέας παραγωγής υλικών  αγαθών αλλά  και  άϋλων,  σημαντικών  για  την  κοινωνική-οικονομική  και πολιτισμική  συνέχεια  αγροτικών  περιοχών  και  όχι  μόνο.  Το ζήτημα είναι σήμερα πως ο αγροτικός τομέας θα μπορέσει να βρει το δρόμο του και να  ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής μας, εκπληρώνοντας  πολλαπλούς ρόλους και λειτουργίες.  

 

Οι  διεθνείς  εξελίξεις  κατευθύνουν τη γεωργία σε καταστάσεις ανταγωνιστικής παραγωγής, πράγμα που προϋποθέτει μείωση του κόστους παραγωγής, που μπορεί να προκύψει από τη μεγέθυνση των εκμεταλλεύσεων, τη μαζικότερη χρήση  σύγχρονων  τεχνολογικών  μέσων  και  τη  μείωση  της  απασχόλησης.  Κατευθύνουν  δηλαδή προς  μία  σύγχρονη  επιχειρηματική  γεωργία  μεγάλης  κλίμακας.  Μια τέτοια πορεία η δική μας γεωργία αδυνατεί να παρακολουθήσει, δεδομένων των διαρθρωτικών προβλημάτων της.

 

Οι διεθνείς τάσεις δείχνουν ότι στην αγορά των αγροτικών προϊόντων θα συνεχίζει να κυριαρχεί η «ανταγωνιστικότητα».  Στην Ευρώπη από την άλλη πλευρά η γεωργία θα  απολαμβάνει  κάποιων  ενισχύσεων  αναγνωρίζοντας  τον  ρόλο  της  στην παραγωγή  δημόσιων  αγαθών  (περιβάλλον,  απασχόληση).  Επιπλέον,  οι καταναλωτές  αρχίζουν να επιβάλλουν  την παραγωγή  προϊόντων  ποιότητας,  προϊόντων που εξασφαλίζουν την  υγεία  και  την  ασφάλεια  του κοινωνικού  συνόλου και την  υιοθέτηση  φιλικών  προς  το  περιβάλλον  πρακτικών. 

Έτσι,  διαφαίνεται  η  τάση  δημιουργίας  δύο  διαφορετικών  αγορών αγροτικών  προϊόντων  που  θα  αντιστοιχούν  στη  ζήτηση  καταναλωτών  διαφορετικών επιπέδων.  Η  μία  θα  περιλαμβάνει  ακριβά  προϊόντα  ποιότητας  (βιολογικά, ονομασίας  προέλευσης,  κλπ.),  ενώ  η  άλλη  θα  περιλαμβάνει  φθηνά  προϊόντα  μαζικής παραγωγής.  Η  γεωργία  της  περιοχής μας  έχει  χαρακτηριστικά  που  συνηγορούν  προς  τη στροφή σε προϊόντα ποιότητας.

 

Το ενδιαφέρον  και  οι  στάσεις    του  κοινωνικού συνόλου απέναντι  στο  περιβάλλον  και  στα ποιοτικά, υγιεινά και ασφαλή προϊόντα επηρεάζουν και διαμορφώνουν μια νέα γεωργία και ένα νέο αγροτικό χώρο. Η  γεωργία πρέπει  να  γίνει  βιώσιμη, παράγοντας προϊόντα με σεβασμό στο περιβάλλον, ενώ ο αγροτικός χώρος θα πρέπει να διαφυλαχθεί και να διατηρήσει τη ζωτικότητά του και το φυσικό και πολιτιστικό του περιβάλλον.

 

Οι προσπάθειες για προσαρμογή της γεωργίας στις εξελίξεις πρέπει να συγκεντρωθούν για όλες τις περιοχές και όλα τα προϊόντα

-στην επίτευξη υψηλής  ποιότητας  αγροτικών  προϊόντων,

-στην αύξηση της  προστιθέμενης  αξίας τους και τη βελτίωση  ανταγωνιστικότητάς τους.

-στην παραγωγή, μεταποίηση, κτλ τροφίμων.

 

Συνεπώς, ο κύριος στόχος  για την Ελληνική και την τοπική γεωργία θα πρέπει να είναι η δημιουργία, ή η ανασυγκρότηση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, για να παράγουν υγιεινά, υψηλής ποιότητας προϊόντα-τρόφιμα, με  τρόπους  φιλικούς  στο  περιβάλλον,  που  να  ικανοποιούν  τις  απαιτήσεις  των καταναλωτών, σε διεθνώς ανταγωνιστικές τιμές.

 

Βέβαια δεν αρκεί η γενική κατεύθυνση ακόμα και με την εξειδίκευσή της. Η πολυμορφία  που διακρίνει τη γεωργία μας απαιτεί διαφορετικές λύσεις και διαφορετικές πολιτικές, ώστε να αναδειχθούν τα πλεονεκτήματα κάθε περιοχής και κάθε προϊόντος αλλά και για να αντιμετωπιστούν τα ιδιαίτερα προβλήματα κάθε τοπικής γεωργίας.

Απέναντι στα γνωστά διαρθρωτικά προβλήματα της γεωργίας μας και ιδιαίτερα του προβλήματος του  μικρού -  μέσου μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, πρέπει να διαμορφωθούν ενώσεις παραγωγών με υψηλό επίπεδο εσωτερικής οργάνωσης. Η αγορά απαιτεί και στα προϊόντα ποιότητας ορισμένα κρίσιμα ποσοτικά μεγέθη, τα οποία δεν μπορούν να προκύψουν από το άθροισμα ασύνδετων μικρών παραγωγών χωρίς ενιαία χαρακτηριστικά και κοινά διακριτικά γνωρίσματα.

 

Οι  αγροτικοί  συνεταιρισμοί  αποτελούν  οικονομικές  οργανώσεις  με  μακρά  και  ιστορία. Εξαιτίας σημαντικών  λαθών που  έγιναν κατά  την  τελευταία 20ετία, έχουν  οδηγηθεί σε πολύπλευρη  κρίση. Το  θεσμικό  τους  πλαίσιο αποκαταστάθηκε  το 2000 και μια εκ νέου ανασυγκρότηση είναι αναγκαία για να επιτελέσουν το ρόλο τους ως ασπίδα αυτοπροστασίας  των  αγροτών  και  φορείς  εκδήλωσης  της  συλλογικής  διαπραγματευτικής δύναμης.

Η  αναγκαιότητα  των  αγροτικών  συνεταιρισμών  στην  περίπτωση  της  Ελλάδας  είναι  πολύ μεγαλύτερη από όσο στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες. Η  αυξημένη  αναγκαιότητα  προκύπτει  κυρίως από  το γεγονός ότι οι  μικρές  και  διάσπαρτες γεωργικές  εκμεταλλεύσεις  δεν  μπορούν  να  ανταποκριθούν  στις  απαιτήσεις ανταγωνιστικότητας  της  σημερινής  εποχής. Οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί πρέπει να αντιπαρατίθενται στη  διαπραγματευτική δύναμη των μεγάλων μονάδων  και να μπορούν να επηρεάζουν  τη  διαμόρφωση  των  τιμών  στην  αγορά.

Παρά τα σοβαρά προβλήματα που υπάρχουν στην περιοχή μας με τους συνεταιρισμούς, υπάρχουν και θετικά παραδείγματα που σηματοδοτούν τη διέξοδο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να μιλήσομε για ανασυγκρότηση του συνεταιριστικού κινήματος σε σύγχρονες βάσεις.

 

Κρίσιμα ζητήματα για τα κύρια τοπικά προϊόντα

 

Για το λάδι.

Η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ θα έχει δυσμενή επίπτωση στη συμβατική παραγωγή  του λαδιού και ευμενή στην βιολογική παραγωγή.

Δεδομένου ότι βιολογική παραγωγή δεν μπορεί να γίνει σε μικρές εκμεταλλεύσεις και ότι αυτή απαιτεί ορισμένο χρόνο, χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για την προώθηση κατάλληλων σχεδίων, και οργάνωσης σε επιμέρους περιοχές (πχ χωριά)

 

Για τα φρούτα:

Δεδομένων των προβλημάτων και αδυναμιών όπως το κόστος μεταφοράς, η ευπάθεια, η εποχικότητα, οι μικρές ποσότητες. Πρέπει να αναδιοργανωθεί όλο το σύστημα παραγωγής εμπορίας με  κύριους στόχους την πλήρη διασύνδεση με τον τουρισμό και την μεταποίηση.

Η εγγύηση ποιότητας μπορεί να επιτευχθεί με την ολοκληρωμένη διαχείριση καλλιεργειών.

 

Για τα γαλακτοκτηνοτροφικά

Κρίσιμη πλευρά παραμένει η ποιότητα των προϊόντων και η εξασφάλιση υγειονομικών χαρακτηριστικών. Ο ανταγωνισμός και η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, θα αναδείξουν αυτά τα προβλήματα από τα οποία πάσχουν τα προϊόντα μας.

Η κατσίκα εξακολουθεί και είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του φυσικού περιβάλλοντος στα Χανιά

 

5. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

   Ο όρος αγροτική ανάπτυξη χρησιμοποιείται με δυό έννοιες.

* Η μια έχει να κάνει με την  τομεακή ή κλαδική ανάπτυξη της γεωργίας ως διακεκριμένου κλάδου της οικονομίας  και

* η άλλη για να περιγραφεί η αναπτυξιακή διαδικασία όχι της γεωργίας ως κλάδου της οικονομίας, αλλά μιας γεωγραφικής περιοχής που δεν είναι αστική, χαρακτηρίζεται δηλαδή από το αγροτικό στοιχείο.  Με άλλα λόγια είναι η ανάπτυξη μιας περιοχής όπου ασκείται η αγροτική δραστηριότητα (Γεωργία, Κτηνοτροφία, Δασοπονία, Μελισσοκομία, Αλιεία), αλλά περιλαμβάνει και άλλες δραστηριότητες - βιομηχανικές, βιοτεχνικές, χειροτεχνικές, τουριστικές, υπηρεσίες, κ.α.

 

Με τον όρο ανάπτυξη του αγροτικού χώρου εννοείται μία ποιοτική μεταβολή που συντελείται σε ένα γεωγραφικό αγροτικό χώρο η οποία μετασχηματίζει την οικονομία και την κοινωνική διάρθρωση και οδηγεί σε αύξηση των εισοδημάτων των κατοίκων και βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

 

Σήμερα χρησιμοποιείται και ο όρος ολοκληρωμένη ανάπτυξη (integrated development) ως απάντηση στην έννοια της κλαδικής ανάπτυξης που κυριαρχούσε στη θεωρία της ανάπτυξης.

Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη θεωρείται ότι μπορεί να λύσει τα προβλήματα που δημιουργούνται με την κλαδική ανάπτυξη, δηλ. την ανάπτυξη των διαφόρων κλάδων της οικονομίας ξεχωριστά, δηλ. γεωργική ανάπτυξη, βιομηχανική ανάπτυξη, τουριστική ανάπτυξη κ.λπ. Ο στόχος της ολοκληρωμένης ανάπτυξης είναι να προωθούνται ταυτόχρονα αναπτυξιακές διαδικασίες σε τομείς και κλάδους που αλληλοστηρίζονται και έτσι το αναπτυξιακό αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερο.

Για παράδειγμα, εάν αναπτύσσεται η γεωργία σε μία χώρα ή περιφέρεια χωρίς ταυτόχρονα να αναπτύσσεται και η βιομηχανία τροφίμων, τότε το αναπτυξιακό αποτέλεσμα θα είναι περιορισμένο: η γεωργική παραγωγή είτε δεν θα βρίσκει διεξόδους στην αγορά είτε θα εξάγεται στο εξωτερικό, όπου θα γίνεται η επεξεργασία της κι έτσι δεν θα παράγεται στην εν λόγω χώρα ή περιφέρεια η σχετική προστιθέμενη αξία, η οποία προκύπτει από την επεξεργασία της γεωργικής παραγωγής.

 

Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη ολοκληρωμένης αγροτικής ανάπτυξης είναι η δημόσια παρέμβαση με την μορφή του σχεδιασμού, των κινήτρων και απαγορεύσεων, ώστε να προσανατολιστεί η ιδιωτική/συλλογική επιχειρηματική δράση σε τομείς και κλάδους που θα οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

 

Στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα, εξακολουθεί και τίθεται το ερώτημα πως γίνεται ο προγραμματισμός, δηλαδή ποιος καταρτίζει το πρόγραμμα, ποιος το χρηματοδοτεί και ποιος το εφαρμόζει, δεδομένου ότι εμπλέκονται πολλά (και κανένα) επίπεδα δημόσιας παρέμβασης (Ε.Ε., κράτος, περιφέρεια, Νομαρχία κ.λπ.).

Ο αναπτυξιακός προγραμματισμός στις αγροτικές περιοχές σήμερα ασκείται και από μη-θεσμικούς φορείς, στη βάση τοπικών τους προγραμμάτων με χρηματοδότηση από κοινοτικά προγράμματα (Leader, Ολοκληρωμένα κτλ).

 

Στις κοινοτικές πολιτικές και τα προγράμματα γίνεται συχνά ρητή αναφορά στην ανάγκη πολυτομεακής προσέγγισης στην αγροτική ανάπτυξη. Τούτο συνεπάγεται την ενίσχυση των διακλαδικών διασυνδέσεων μεταξύ των τομέων της οικονομίας των αγροτικών περιοχών και των παραγωγικών δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης και συμπληρωματικού εισοδήματος για τον αγροτικό πληθυσμό.

 

Ο προγραμματισμός πρέπει να είναι προσαρμοσμένος. Η στρατηγική ανάπτυξης πρέπει να διαφοροποιείται και να προσαρμόζεται σε κάθε τύπο αγροτικής περιοχής και να προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα προβλήματα και ανάγκες των κατοίκων της.

 

Έτσι,  στις  ορεινές και προβληματικές  περιοχές,  όπου κυριαρχούν  τα χαμηλά  εισοδήματα,  η  εγκατάλειψη,  η  γήρανση  του  πληθυσμού  και γενικότερα  η  χαμηλή  παραγωγικότητα  απαιτούνται  διαφορετικές  πολιτικές προκειμένου να επιβιώσει η γεωργία των περιοχών αυτών και να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό.  

 

Εδώ  οι  πολιτικές  ανάπτυξης  θα  πρέπει  να  εμπεριέχουν  κοινωνικά κριτήρια και να εξειδικεύονται προκειμένου να αξιοποιήσουν τους τοπικούς πόρους, τα  τοπικά  προϊόντα  με  έμφαση  σε  εναλλακτικές  μορφές  τουρισμού  και  σε προγράμματα  διαχείρισης  του  ευαίσθητου  περιβάλλοντος  καθώς  και  αξιοποίησης του  πολιτιστικού πλούτου των περιοχών αυτών.   Στις περιοχές    αυτές  το αγροτικό οικογενειακό εισόδημα μπορεί να συμπληρώνεται με πολλαπλές  απασχολήσεις και ανάλογες ενισχύσεις για τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης.

Επίσης   οι πολιτικές για  την  ανάπτυξη  πρέπει  να  επιδιώκουν  τους στόχους όπως:

-Δημιουργία  οικονομικών  και  κοινωνικών  υποδομών,  ώστε  να  εξασφαλίζεται  ικανοποιητικό επίπεδο  ποιότητας  ζωής  για  τους  κατοίκους  και  να  αποτελεί  η ύπαιθρος  ελκυστικό  τόπο  εγκατάστασης  νέων  ανθρώπων  και  επιχειρήσεων  αγροτικού και  μη  αγροτικού  προσανατολισμού.

- Εξασφάλιση  συνθηκών  τέτοιων,  ώστε  η  ύπαιθρος  να  αποτελεί  χώρο  αναψυχής  και ξεκούρασης  για  τους  κατοίκους  των  αστικών  κέντρων  με  παροχή  υψηλής  ποιότητας υπηρεσιών.

 

Στις  πεδινές  περιοχές  εντοπίζεται  σήμερα  η  κρίση  προσανατολισμού  του αγροτικού παραγωγικού προτύπου, που ήταν αποτέλεσμα της παραγωγικής ευφορίας των  δεκαετιών ΄70 και ΄80 με την εντατικοποίηση της χρήσης των πόρων και των μέσων παραγωγής στην οποία εξωθήθηκε από την πολιτική των επιδοτήσεων.

 

Εδώ,  οι  πολιτικές  θα  πρέπει  να  εξειδικεύονται  και  να  στοχεύουν  

- Στην ορθολογική  διαχείριση  των  φυσικών  πόρων  (νερό-έδαφος)  και προστασία του περιβάλλοντος.

- Στην διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης (diversification) της οικονομίας των αγροτικών περιοχών, (παραγωγή προϊόντων ποιότητας, τοπικής ονομασίας προέλευσης, οργανική γεωργία, μεταποίηση και εμπορία των αγροτικών προϊόντων, παραγωγή προϊόντων για μη-διατροφική χρήση, όπως βιομηχανική χρήση, ενέργεια κ.λπ.) με σκοπό τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης και συμπληρωματικών πηγών εισοδήματος για το γεωργικό πληθυσμό.

-Στην  επάνοδο  σε  πολυκαλλιεργητικές μεθόδους, όπου αυτό είναι δυνατόν,

στην εισαγωγή κατάλληλων νέων καλλιεργειών,

- Ενδυνάμωση των διακλαδικών σχέσεων των τομέων και κλάδων.

- Αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού (εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση).

- Δημιουργία οικονομικής και κοινωνικής υποδομής στις μειονεκτικές περιοχές.

- Ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και ανάπτυξη του ρόλου των υπηρεσιών (τουρισμός κτλ).

 

Προφανώς, όπου  είναι  δυνατόν  είναι  απαραίτητη η  ενίσχυση  εναλλακτικών μορφών  αγροτικής παραγωγής  (βιολογική γεωργία) και ολοκληρωμένης διαχείρισης καλλιεργειών.

 

Μετά και την τελευταία μεταρρύθμιση της ΚΑΠ –όπου κατά ένα μέρος επιστρέφει στα κράτη μέλη- καταρρέει ο μύθος της αδυναμίας των κυβερνήσεων να ασκήσουν αγροτική πολιτική. Σίγουρα παρεμβάσεις στην αγορά, στους μηχανισμούς της, στις τιμές των προϊόντων δεν επιτρέπονται. Κανείς όμως δεν μπορεί να εμποδίσει τις κυβερνήσεις να ασκήσουν πολιτική στον αγροτικό χώρο και να στηρίξουν τη γεωργία από άλλους δρόμους.

 

Τα τοπικά προγράμματα (ολοκληρωμένα ή όχι) αγροτικής ανάπτυξης είναι ένα μέσον που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

 

Γιώργος Αγοραστάκης

Αντινομάρχης Χανίων

20-4-2003

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr