Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Περιβάλλον, Φυσικοί Πόροι, Κλίμα Βιοποικιλότητα και τοπική αυτοδιοίκηση
Βιοποικιλότητα και τοπική αυτοδιοίκηση Εκτύπωση E-mail

 

Εισήγηση Γιώργου Αγοραστάκη, στην ημερίδα ARCHI-MED I, «Βιοπικοιλότητα στην Ν.Α. Μεσόγειο-προστασία και ανάδειξη»

 

        Τις τελευταίες δεκαετίες, η συρρίκνωση  και απώλεια της Βιοποικιλότητας[1] - απώλεια ειδών και των ενδιαιτημάτων, οικοσυστημάτων και γονιδίων τους- παγκοσμίως, και στη χώρα μας έχει επιταχυνθεί εντυπωσιακά και τα ισχύοντα μέτρα έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για να αντιστρέψουν.

        Ως εκ τούτου έχει συνειδητοποιηθεί ότι η διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας απαιτεί νέα μέτρα και άλλη αντιμετώπιση και ότι πρέπει να αποτελέσει κατεύθυνση προτεραιότητας στα πλαίσια της περιβαλλοντικής πολιτικής και όχι μόνο.

 

Nature        Η κύρια πολιτική για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας εκφράζεται στην Κοινότητα και σε πρώιμο στάδιο  στη χώρα μας, μέσα από το Σχέδιο NATURA 2000 που δημιουργεί δίκτυο χαρακτηρισμένων περιοχών. 

        Η διατήρηση της βιοποικιλότητας όμως δεν απαιτεί μόνο μέτρα εφαρμογής των παραδοσιακών πολιτικών διατήρησης της φύσης. Τα ειδικά μέτρα προστασίας βασικών ειδών και ενδιαιτημάτων περιορισμένα στα πλαίσια της περιβαλλοντικής πολιτικής, είναι σημαντικά αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα της απώλειας βιοποικιλότητας. Νέα προβλήματα έχουν εμφανιστεί και τα οποία είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν, όπως η διάδοση των οργανικών χημικών ουσιών, ο πολλαπλασιασμός αλλόχθονων εισβαλλόντων ειδών, καθώς και η εισαγωγή συγκεκριμένων Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ) κτλ.

 

        Οι μεγαλύτερες πιέσεις στις περιοχές μας προέρχονται από τις αλλαγές στη χρήση της γης, από τις νέες γεωργικές πρακτικές και την εντατική γεωργία, από την τουριστική ανάπτυξη, τη φθορά του υδάτινου περιβάλλοντος και τη διάβρωση ταυ εδάφους που προκαλούν σημαντική αλλαγή, φθορά και απώλεια της ποικιλότητας σε φυσικούς και ημιφυσικούς οικότοπους με τη διαταραχή, την υποβάθμιση, τη ρύπανση και την εισαγωγή ειδών. Αντίστοιχα στη θάλασσα η υπεραλίευση επιδρά περιοριστικά και στην αποκατάσταση των πληθυσμών και έχει οδηγήσει τα αποθέματα αναπαραγωγής σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα.

 

        Στη χώρα μας η συζήτηση για το πρόβλημα περιορίζεται στην επιστημονική Κοινότητα. Οι πολιτικές που διαμορφώνονται κυρίως σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ γενικές και βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Δεν φτάνουν εκεί που υπάρχει το πρόβλημα. Τα θέματα αυτά μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα ότι είναι άγνωστα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Μπορεί να υπάρχουν ως γενικός προβληματισμός, αλλά δεν υπάρχουν στα αντικείμενα, τις αρμοδιότητές, τις υποχρεώσεις της. Το μόνο πλαίσιο πολιτικής που υπάρχει στην χώρα μας, αγορά το φυσικό περιβάλλον (είναι αυτό του σχεδίου Natura 2000) αλλά και  αυτό  βρίσκεται ακόμα μακριά από τους ΟΤΑ.

         

        Σε κάθε περίπτωση μέτρα για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων για να αποδώσουν στην πράξη πρέπει να εφαρμόζονται «επί τόπου» και από φορείς που έχουν αμεσότερη σχέση με το χώρο και τις δραστηριότητες. Η αρχή της επικουρικότητας πάντως είναι άγνωστη στην αντιμετώπιση των απειλών της βιοποικιλότητας.

 

        Συγκεκριμένα για τη χώρα μας, το πλαίσιο για την αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων περιορίζεται και μόνο στο φυσικό περιβάλλον και βρίσκεται κάτω από τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 79/409/ΕΟΚ.

        Ο Νόμος 1650/1986 "για την προστασία του περιβάλλοντος" περιέχει ιδιαίτερο Κεφάλαιο  για την "Προστασία της Φύσης και του Τοπίου" προσδιορίζει τις "προστατευόμενες περιοχές" αλλά δεν περιλαμβάνει μέτρα και ρυθμίσεις για την διατήρηση της βιοπικοιλότητας.

        Η Κοινή Υπουργική Απόφαση 69269/5387/1990 για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εκτέλεση διάφορων έργων (Οδηγίες 84/360/ΕΟΚ και 85/337/ΕΟΚ) σύμφωνα με το Ν. 1650/1986, δίνει μόνο δυνατότητα γνωμοδοτικής συμμετοχής στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση  για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις δραστηριοτήτων εντός προστατευόμενων περιοχών.

 

Σε εναρμόνιση με το Κοινοτικό δίκαιο  για το δίκτυο Natura 2000 έχουν εκδοθεί,

 

1.  Η ΚΥΑ 11-12-98 (ΦΕΚ1289Β/28-12-98) με την οποία,

 

ενσωματώνονται πλήρως οι Οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 97/62/ΕΟΚ για τους οικοτόπους και τα είδη, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο ελληνικό δίκαιο και ορίζονται τα παρακάτω:

·          Αρμόδιος φορέας για την εθνική συμμετοχή στο δίκτυο Natura 2000 είναι το ΥΠΕΧΩΔΕ

·          Συστήνεται διυπουργική επιτροπή με την ονομασία "Επιτροπή - Φύση 2000" με την συμμετοχή και εμπειρογνωμόνων για την διατύπωση προτάσεων  και γνωμοδότηση επί παντός σχετικού θέματος στο ΥΠΕΧΩΔΕ.

·          Ορίζονται οι διαδικασίες προτάσεων και αξιολόγησης περιοχών προς την Ε.Ε.

·          Ορίζονται οι διαδικασίες καθορισμού των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης στις περιοχές που έχουν προταθεί και έχουν ενταχθεί στο δίκτυο. (Γ΄ φάση έως το 2004) και αποφασίζονται συγκεκριμένα μέτρα προστασίας των ειδών.

·          Ορίζονται οι διαδικασίες χρηματοδοτήσεων και εντάξεις έργων εντός των περιοχών Natura.

·          Ορίζονται οι φορείς, οι διαδικασίες και τα μέσα εποπτείας και ελέγχου για τις περιοχές.

Η αρμοδιότητα. ο τρόπος και οι όροι άσκησης εποπτείας για την εφαρμογή των μέτρων προστασίας (που καθορίζονται και στο άρθρο 21 του Ν.1650/86) ορίζεται στις Κεντρικές ή Περιφερειακές ή Νομαρχιακές υπηρεσίες των Υπουργείων ΠΕΧΩΔΕ, Γεωργίας ή άλλου συναρμόδιου. Επίσης ορίζεται ότι για την διενέργεια εποπτείας και ελέγχων είναι δυνατόν να γίνεται ανάθεση από τα αρμόδια Υπουργεία σε εξειδικευμένα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου.

    

2.  Ο Νόμος 2742/1999 "για το χωροταξικό σχεδιασμό και την αειφόρο ανάπτυξη"

 

Με τον νόμο θεσμοθετούνται τα Σχέδια Διαχείρισης και οι Φορείς Διαχείρισης στις περιοχές του δικτύου NATURA 2000.

 

Συνιστώνται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με σκοπό την διοίκηση και διαχείριση περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί Ειδικές Ζώνες Διαχείρισης και έχουν την έδρα τους μέσα στις ζώνες και εποπτεύονται από το ΥΠΕΧΩΔΕ.

Εάν αυτό δεν γίνει και δεν συσταθεί φορέας, η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ανατεθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ σε δημόσιες υπηρεσίες ή σε ειδικές υπηρεσίες που μπορούν να συσταθούν από την Αυτοδιοίκηση και των δύο βαθμών, Επιστημονικά Ιδρύματα, φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα κτλ.

 

Στις αρμοδιότητες, των φορέων διαχείρισης υπάγονται,

 

* Η κατάρτιση και εφαρμογή κανονισμών διοίκησης και διαχείρισης

* Η παρακολούθηση και αξιολόγηση του χώρου και των ειδών

* Η γνωμοδότηση επί προεγκρίσεων χωροθέτησης δραστηριοτήτων στην περιοχή ευθύνης

* Η επικουρία στις Διοικητικές και Δικαστικές Αρχές

* Μελέτες, έρευνες, προγράμματα. Η εκτέλεση έργων που προβλέπει το διαχειριστικό σχέδιο

* Ενημέρωση, εκπαίδευση

* Εκμετάλλευση, αξιοποίηση της περιοχής  όπως προβλέπει το διαχειριστικό σχέδιο

 

Όλα τα παραπάνω είναι μετέωρα. Τα μέτρα αυτά δεν έχουν προχωρήσει και δεν έχουν βρει εφαρμογή ακόμα. Έτσι η μόνη προστασία η οποία παρέχεται είναι αυτή στα πλαίσια της ΚΥΑ 62269/1990 για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων. Κατά τα άλλα οι περιοχές προστασίας κατ΄ όνομα διατηρούνται ως τέτοιες. Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο όταν πέραν των ήδη γνωστών δραστηριοτήτων που υποβαθμίζουν τις περιοχές και μειώνουν την βιοπικοιλότητα, έχομε να κάνομε και με νέα προβλήματα, όπως π.χ. η εισαγωγή αλλόχθονων, και δεν υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης.

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 

Μια πολιτική διατήρησης της βιοπικοιλότητας πρέπει να είναι πολιτική της «επιτόπου διατήρησης». Απαιτούνται πολιτικές και σειρά μέτρων που θα εφαρμόζονται και θα εφαρμόζονται πρώτα και κύρια από αυτούς που ζουν στις περιοχές, δηλαδή τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς που τις εκπροσωπούν.

 

Η αρχή για την διατήρηση της ποικιλομορφίας πρέπει να βασιστεί στην πρόβλεψη, πρόληψη και αντιμετώπιση των αιτιών της απώλειας βιοποικιλότητας στην πηγή.

Μεγάλη σημασία έχει να προσδιοριστεί συγκεκριμένα ο όρος βιοπικοιλότητα για κάθε περιοχή, όπως επίσης και οι απειλές της. Μαζί πρέπει να προσδιοριστούν εκείνες δραστηριότητες οι οποίες είναι «συμβατές» στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης κάθε περιοχής. Τα ζητήματα αυτά πρέπει να γίνουν κτήμα κάθε περιοχής και εδώ είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος της αυτοδιοίκησης.

 

        Για μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική πολιτική διατήρησης της βιοπικοιλότητας πρέπει να ρυθμιστούν νομοθετικά θέματα που καλύπτουν πολλούς τομείς, τη γεωργία, την αλιεία, τις περιφερειακές πολιτικές και χωροταξία, τα δάση, την ενέργεια και τις μεταφορές, τον τουρισμό, τους φυσικούς πόρους, την ανάπτυξη. Αν αυτό υποτεθεί ότι απαιτεί χρόνο για να γίνει, υπάρχει ήδη πλαίσιο από το οποίο μπορεί να ξεκινήσει κανείς και αυτό δεν είναι άλλο παρά αυτό για το φυσικό περιβάλλον. Έτσι αυτό που υπάρχει πρέπει να εφαρμοστεί.

·          Πλήρης εφαρμογή της οδηγίας για τα εvδιαιτήματα (οικοτόπους) καθώς και της οδηγίας για τα πτηνά. Στήριξη της δημιουργίας δικτύου χαρακτηρισμένωv περιοχών, ιδιαίτερα δε του δικτύου Natura 2000, και επαρκής χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη για την διατήρηση και αειφόρο χρήση τους. Κατάρτιση διαχειριστικών σχεδίων και για συγκεκριμένα απειλούμενα είδη.

·          ανάπτυξη, συγκρότηση διαχειριστικών αρχών και διαχείριση προστατευμένων περιοχών ή περιοχών όπου απαιτούνται ειδικά μέτρα για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας. Σημαντικός ρόλος και ευθύνη γι αυτά να ανατεθεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

·          ενσωμάτωση της βιοποικιλότητας στις κύριες πολιτικές που σχετίζονται με τις χρήσεις γης (γεωργία, χωροταξία, αστικό περιβάλλον) που να προάγεται η προστασία των οικοσυστημάτων, των φυσικών οικοτόπων και η διατήρηση βιώσιμων πληθυσμών των ειδών στο φυσικό τους περίγυρο αλλά και να προάγεται μια περιβαλλοντολογικά συνετή και αυτοσυντηρούμενη ανάπτυξη σε περιοχές γειτονικές των προστατευόμενων περιοχών.

 

    Ζητήματα προτεραιότητας σε τομεακές πολιτικές, που σε συνδυασμό πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι,

·          Τα θέματα της ενιαίας διαχείρισης των υδατικών πόρων. Σημαντική αρνητική επιρροή στην βιοπικοιλότητα στην χώρα μας έχει η εφαρμοζόμενη αναχρονιστική πολιτική υδάτων. Η διάσταση του περιβάλλοντος απουσιάζει παντελώς απ΄ αυτήν. 

·          Τα θέματα της διαχείρισης της παράκτιας ζώνης, η οικολογική σήμανση, και ο περιβαλλοντικός έλεγχος

·          Τα θέματα της εισβολής των αλλόχθονων ειδών και των ΓΤΟ.

·          Η ανάπτυξη ορθών γεωργικών πρακτικών που λαμβάνουν υπόψη τη βιοποικιλότητα με ενθάρρυνση λιγότερο εντατικής χρήσης εισροών, προαγωγή ενιαίων συστημάτων παραγωγής, όπως η βιολογική καλλιέργεια ή η ολοκληρωμένη διαχείριση της καλλιέργειας κτλ.

 

Χανιά 3-12-2001

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

ΑΝΤΙΝΟΜΑΡΧΗΣ ΧΑΝΙΩΝ



[1] Η βιοποικιλότητα ορίζεται ως η ποικιλία των τύπων ζωής και των διεργασιών της. Περιλαμβάνει όλες τις μορφές ζωής, από μονοκύτταρους έως σύνθετους οργανισμούς και διεργασίες, οδούς και κύκλους που συνδέουν τους ζώντες οργανισμούς με πληθυσμούς, οικοσυστήματα και τοπίο.

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr