Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Αρχείο Πολιτισμός, Ιστορία Κούμοι-μιτάτα και βοσκοί στα Λευκά Όρη
Κούμοι-μιτάτα και βοσκοί στα Λευκά Όρη Εκτύπωση E-mail
Κυκλοφορεί το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Πλυμάκη «Κούμοι-μιτάτα και βοσκοί στα Λευκά Όρη» σε έκδοση ΟΑΔΥΚ. Ο Αντώνης Πλυμάκης καταγράφει και διασώζει ένα ολόκληρο πολιτισμό που -δυστυχώς- χάθηκε. Τον πολιτισμό των Λευκών Ορέων. Τον πολιτισμό των «ωραίων» ανθρώπων της Μαδάρας. Παρακάτω καταχωρώ για τους φίλους του «Ιστόλογου» τον πρόλογο του Χάρη Στρατιδάκη και την εισαγωγή του συγγραφέα του βιβλίου.

 Πρόλογος του Χάρη Στρατιδάκη

ΚΟΥΜΟΙ - ΜΙΤΑΤΑ ΚΑΙ ΒΟΣΚΟΙ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ ΟΡΗ

ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΛΘΟΝΤΟΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Βιβλίο Πλυμάκη             «Η παρούσα μνημειώδης έκδοση Κούμοι-μιτάτα και βοσκοί στα Λευκά όρη και στον Ψηλορείτη του Αντώνη Πλυμάκη έρχεται να καλύψει ένα ουσιαστικό κενό στη βιβλιογραφία, τη σχετική με τον ελληνικό και ιδιαίτερα τον κρητικό κτηνοτροφικό πολιτισμό. Βέβαια οι σχετικές μελέτες δεν έχουν λείψει. Στο επίπεδο της υπόλοιπης Ελλάδας βασικές είναι οι μελέτες και εκδόσεις του Δ. Λουκόπουλου για την κτηνοτροφία της Ρούμελης, του Α. Δημητρίου για τη Σάμο, του Αντ. Σοφού για τηνΚάσο, του Γ. Ζευγώλη για τη Νάξο, του Κ. Ηλιόπουλου για την Ηλεία, της Σ. Τόσκα για τα Άγραφα, του Μ. Καραναστάση για την Κω, του Θ. Κωστάκη για την Τσακωνιά, του Κ. Χατζηιωάwου για την Κύπρο, του Μ. Μιχαηλίδη-Νουάρου για την Κάρπαθο και μερικές ακόμα, που κινούνται σε ακόμη στενότερα γεωγραφικά πλαίσια. Η Κρήτη ευτύχησε να βρει από νωρίς μελετητές του ποιμενικού της βίου, με ερευνητές του αναστήματος του Στ. Ξανθουδίδη αλλά και του Γ. Μαυρακάκη. Δεν έλειψαν οι συμβολές του Μ. Δέφνερ, του Γ. Ψυχουντάκη και από τους νεότερους του Ανδρ. Πατεράκη και του Καν. Γερωνυμάκη, για να αναφέρουμε τις βασικότερες.

            Εκείνο λοιπόν που κάνει την παρούσα έκδοση μνημειώδη δεν είναι το ότι αναφέρεται σ' ένα κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού ανεξερεύνητο μέχρι σήμερα. Είναι το ότι ο συγγραφέας, πατώντας γερά στις υπάρχουσες μελέτες και ερευνώντας το θέμα του εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, έρχεται να το παρουσιάσει απ' όλες του τις πλευρές, πολυεπίπεδα, συνολικά. Ξεκινώντας από τον χώρο -τα Λευκά Όρη περισσότερο και λιγότερο τον Ψηλορείτη- και τις ιδιαιτερότητές του, συνεχίζει με τους ανθρώπους τους και τον πολιτισμό τους, όπως αυτός εκφράστηκε στα κτίσματα, στο λεξιλόγιο, στα εργαλεία, στην τεχνογνωσία, στην ιστορία, στη θρησκευτικότητα και στις δοξασίες τους. Βέβαια, το βασικό αντικείμενο της μελέτης του είναι τα κτίσματα, τα μιτάτα και τα συν αυτά: αφού τα περιγράψει, αφού τα εξετάσει ιστορικά, αρχιτεκτονικά, δομικά και γλωσσολογικά, ο Αντ. Πλυμάκης τα τοποθετεί επάνω στους συγκεκριμένους χώρους που λειτούργησαν. Εντοπίζει 350 και τα συνδέει όχι μόνο με τον τόπο αλλά και με τους ανθρώπους που κατά καιρούς υπήρξαν ιδιοκτήτες ή ένοικοί τους.

            Η πολυσυλλεκτικότητα και η θέαση απ' όλες τις πλευρές δεν είναι η μοναδική αρετή του βιβλίου. Άλλωστε αυτό το είχε πετύχει ο Αντ. Πλυμάκης ήδη από το 1999, με την εξαιρετική έκθεση που είχε διοργανώσει στα Νεώρια των Χανίων για τα Λευκά Όρη. Εκείνο που το κάνει μοναδικό είναι η βίωση του θέματος και μάλιστα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Όντας μέλος του

Ορειβατικού Συλλόγου Χανίων, έφτασε από το 1952 σε κάθε σημείο της Μαδάρας, γνωρίστηκε με τους ανθρώπους της, φιλοξενήθηκε απ' αυτούς, έγινε «δικός τους» και μπόρεσε έτσι να τους μελετήσει «από μέσα». Όλα αυτά σε εποχές που η κτηνοτροφία λειτουργούσε συμπληρωματικά με τη γεωργία και πριν τη σχετικά πρόσφατη κατάρρευση του συστήματος διαχείρισης των φυσικών πόρων. Παράλληλα, κατόρθωσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της οπτικής του γωνίας, να σταθεί απέναντι στο θέμα του ως ερευνητής και να μην απορροφηθεί από το ενδιαφέρον που παρουσίαζε.

Σήμερα οι κτηνοτροφικές κοινωνίες, όπως τις έζησε ο Αντ. Πλυμάκης, δεν υπάρχουν πια. Η κτηνοτροφική δραστηριότητα έχει απόλυτα προσαρμοστεί στις ανάγκες της αγοράς, το κοπάδι αποτελεί περισσότερο από ποτέ ένα σημαντικό κεφάλαιο, οι ζωοτροφές αντικατέστησαν την χορτονομή, ενώ η αξία του κρέατος και των επιδοτήσεων εξαφάνισαν τις παλιότερα εξίσου σημαντικές αξίες του γάλακτος και του μαλλιού. Ο συγγραφέας πρόλαβε και μελέτησε την προκαπιταλιστική κτηνοτροφία, τις κοινωνίες που συντήρησε και τις κοινωνικές σχέσεις που υποστήριξε. Άρα και μ' αυτή την έννοια το βιβλίο του είναι μοναδικό, στο βαθμό που είναι απίθανο να υπάρξει στο μέλλον άλλη αντίστοιχη μελέτη. Κανένας από τους δυνητικούς ερευνητές δεν έχει περπατήσει τόσα χρόνια τη Μαδάρα, δεν έχει γνωρίσει τόσο βαθιά τις κοινωνίες της, που τον εμπιστεύτηκαν ανεπιφύλακτα, δεν είχε τόσο πρόωρα αναπτύξει ενδιαφέρον για το θέμα. Σ' όλα αυτά τα προτερήματα θα πρέπει να προστεθεί ότι ο συγγραφέας δεν υπέκυψε στη βαρύτητα του λαογραφικού ενδιαφέροντος σε βάρος άλλων τομέων, του οικονομικού, του αρχιτεκτονικού, του ιστορικού, του τοπωνυμικού κ.ά.. Από την άλλη πλευρά, το βιβλίο είναι σίγουρο ότι θα αποδειχτεί εξαιρετικά χρήσιμο στις επιστήμες του περιβάλλοντος, που μπορούν πια σήμερα, μετά την έκδοσή του, να υπολογίσουν με άνεση την φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος των Λευκών Ορέων με βάση τον αριθμό των αιγοπροβάτων που συντηρούσε τότε, εκείνον ακριβώς που κατόρθωνε να τους προσδίδει επί πολλούς αιώνες την περιπόθητη σήμερα αειφορία.

Δεκάδες ακόμη αρετές μπορούμε και με μια απλή ματιά να αναγνωρίσουμε στην παρούσα έκδοση, όμως η σεμνότητα του Αντώνη Πλυμάκη δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε. Θα σταθούμε μόνο στις σχεδόν 700 φωτογραφίες, παλιότερες και νεότερες, του συγγραφέα και άλλων φωτογράφων, που κατορθώνουν να αισθητοποιήσουν στα μάτια μας τον κτηνοτροφικό κόσμο, που πραγματεύεται το βιβλίο. Το ίδιο κάνουν και οι σχεδιαστικές απεικονίσεις της Αιμ. Κλάδου-Μπλέτσα αλλά και η τοποθέτηση των βασικών περιοχών μιτατοκαθισμάτων επάνω σε χαρτογραφικά υπόβαθρα.

Με την έκδοση αυτή του Αντώνη Πλυμάκη οι κτηνοτροφικές κοινωνίες των Λευκών Ορέων βρήκαν τον υμνητή τους, όπως είχε γίνει παλιότερα με τον Κώστα Κρυστάλη, σε άλλη γεωγραφική περιοχή και με άλλο μέσον, την ποίηση. Από την πλευρά τους μένει σήμερα οι κοινωνίες αυτές να αποδείξουν ότι οι γενικότερες αξίες, η αισθητική και η φροντίδα για το μέλλον της Μαδάρας που διαπότιζαν τους προγόνους τους αποτελούν και δικά τους προτερήματα.»

 

Εισαγωγή του συγγραφέα Αντώνη Πλυμάκη

 «Όταν ξεκίνησα να πεζοπορώ στα Λευκά μας Όρη το 1952, δεν υπήρχαν οι σημερινοί δρόμοι όχι μόνο σε μεγάλα σχετικώς υψόμετρα αλλά ακόμη και σε χωριά της Ρίζας.

Έτσι, βαδίζοντας επί ώρες, ή και επί δυο τρεις ημέρες, σε ορεινές διαδρομές και αναβάσεις, δεν είχα συνειδητοποιήσει την αξία των κούμων - μιτάτων ως κτηριακών μνημείων μα και ως στοιχείων της δραστηριότητας των κατοίκων των ορεινών χωριών και της παράδοσης. Αν το είχα καταλάβει, θα είχα συγκεντρώσει πολύτιμο υλικό.

Μόλις τα τελευταία δυο με τρία χρόνια κατάλαβα την αξία τους και άρχισα να συγκεντρώνω υλικό από θαυμάσια κείμενα σχετικών βιβλίων αλλά και δημοσιεύσεων, σε περιοδικά κι εφημερίδες. Συγκέντρωσα πληροφορίες και από τους τελευταίους, παλαιούς ή νεότερους, κατοίκους κούμων - μιτάτων, ή από προσωπική εποπτεία, όπου πλέον μπορούσα να φθάσω με όχημα ή με μικρή πεζοπορία. Σε αυτό με ώθησαν τρεις λόγοι.

1. Διάβαζα συχνά κείμενα που αναφέρονταν μόνο στα αξιόλογα μιτάτα του Ψηλορείτη (της Νίδας κυρίως) και σ' αυτά υπήρχαν ισχυρισμοί πως ήταν τα μοναδικά αξιόλογα μιτάτα και ότι στα Λευκά Όρη υπήρχαν ελάχιστα, ίσως λιγότερα από μια δεκάδα, και χωρίς σχετική αξία. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληγαν οι συντάκτες των κειμένων, επειδή στη Νίδα συναντούσαν τα μιτάτα σχεδόν δίπλα στον αμαξιτό δρόμο, και έτσι ήταν εύκολη η γνωριμία τους, ενώ στα Λευκά Όρη τα περισσότερα και πιο αξιόλογα μιτάτα βρίσκονταν σε σημεία όπου έπρεπε να φτάσεις πεζοπορώντας, ίσως και για ώρες ή, στα νεότερα χρόνια, από ορεινούς δύσκολους δρόμους. Τα μιτάτα στα Λευκά Όρη ήταν περισσότερα από μια εκατοντάδα.

2. Συγκέντρωσα πληροφορίες για να διασώσω, έστω και φωτογραφικά, πολλά από αυτά τα κτίσματα αλλά και όσα στοιχεία ήταν δυνατόν από τις εργασίες, τα προϊόντα, τους ανθρώπους, τις ιστορίες, τις συνήθειες καθώς και κάποιες χαρακτηριστικές ονομασίες-λέξεις που οι επερχόμενοι δεν θα μπορούν να γνωρίσουν πλέον σε μερικά χρόνια ή θα πρέπει να προβούν σε έρευνα από πολλές πηγές.

3. Για να προσπαθήσω να ευαισθητοποιήσω όσους έχουν κάποια δυνατότητα να επέμβουν (διοικητικούς άρχοντες, ιδιοκτήτες χώρων, ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την παράδοση και το περιβάλλον) να διασωθούν ή να αναστηλωθούν όσα από αυτά τα κτίσματα είναι εφικτό.

Το ανά χείρας έργο δεν οφείλεται αποκλειστικά σ' εμένα. Εγώ απλώς συγκέντρωσα, κατέγραψα και φωτογράφισα. Πραγματοποιήθηκε χάρη στην πολύτιμη πληροφόρηση παλαιών και νεότερων κτηνοτρόφων - βοσκών και με τη βοήθεια των πολύτιμων στοιχείων που έχουν καταγραφεί στα βιβλία αξιόλογων ερευνητών του θέματος και της παράδοσης γενικά.

Ξεκίνησα το γράψιμο χάρη σε φίλους ορειβάτες, που έδωσαν κι αυτοί πληροφορίες ή φωτογραφίες, με την προοπτική να αναφερθώ μόνο στους κούμους κτηριακά και στα μιτάτα ως ορεινά εργαστήρια. Προχωρώντας κατάλαβα ότι για να είναι πλήρης η εικόνα που επεδίωκα να παρουσιάσω δεν μπορούσα να αγνοήσω τον χώρο όπου υπήρχαν αυτά τα κτίσματα, τα Λευκά Όρη. Δεν μπορούσα να αγνοήσω τους ανθρώπους που έδιδαν ζωή σ' αυτά, τους βοσκούς. Δεν μπορούσα να αγνοήσω τα εργαλεία-σκεύη και ό,τι άλλο είχε σχέση με όλα αυτά. Έτσι η ύλη και ο κόπος τριπλασιάστηκαν.

Ασφαλώς θα υπάρχουν στο βιβλίο παραλείψεις και συντακτικά ή λεκτικά λάθη. Ίσως κάποιος άλλος θα ήταν δυνατόν να φτιάξει ένα καλύτερο από αυτό έργο στο μέλλον. Εγώ όμως το αγκάλιασα με αγάπη και σε κάθε γραμμή που έγραφα, με κάθε φωτογραφία που τραβούσα, ένιωθα να σμίγω ξανά με αυτούς τους λεβέντες και περήφανους ανθρώπους της Μαδάρας. Ένιωθα πως ξεπλέρωνα το χρέος που είχα απέναντί τους και απέναντι στην παράδοση. Εσείς που θα πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας θα το κρίνετε αν είναι έτσι.»

 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr