Skip to content

Ιστόλογος

Αρχή Νεότερα του 2014 Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του έτους 2014 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ
Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του έτους 2014 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ

Εισαγωγή του Καθηγητή Σάββα Γ. Ρομπόλη Επιστ. Δ/ντή ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

& Σύνοψη συμπερασμάτων της έκθεσης

Οι δυσμενείς και σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης αποδεικνύουν ότι η ύφεση (-25%) και η ανεργία (27,8%, 1.342.299, Α' τρίμηνο 2014, ΕΛΣΤΑΤ) δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες της οικονομικής κρίσης στην χώρα μας. Αντίθετα, συνιστούν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ασκούμενων πολιτικών οι οποίες ουσιαστικά έχουν «φυλακίσει» τους πόρους της οικονομίας στο έλλειμμα και το χρέος, στερώντας από πόρους τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απα­σχόληση.

Ετσι αποδεικνύεται ότι η εσωτερική υποτίμηση αποτελεί τον κινητήρα αντιφάσεων και συστολής των δυνάμεων της οικονομίας και της κοινωνίας. Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα κατά το 2010-2013 με δημοσιονο­μικά μέτρα λιτότητας 63 δις ευρώ μειώθηκε το δημόσιο έλλειμμα κατά 28 δις ευρώ, ενώ σημειώθηκε αύξηση του χρέους από 129% του ΑΕΠ (2009) σε 175,5% του ΑΕΠ (2013). Επιπλέον στις συνθήκες αυτές επωάσθηκε μία θεμελιώδης καθίζηση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και μεσομακροπρόθεσμων προοπτικών της ελληνικής και νοτιοευρωπαϊκής οικονομίας, σε βαθμό που το πρόγραμμα εσωτερικής υποτί­μησης να θεωρείται ότι αποδομεί τις παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής και της μεσογειακής οικονομίας. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η πτώση (2009-2013) των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στα επίπεδα του 1994, δημιούργησαν δυσμενείς συνθήκες αποεπένδυσης με την έννοια της απώλειας σημαντικού τμήματος του παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικο­νομίας. Έτσι από το 25% της συνολικής απώλειας του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2010-­2013, το 10% του ΑΕΠ και η αντίστοιχη απασχόληση (150.000 θέσεις εργασίας) έχουν απολεσθεί εξαιτίας των συνθηκών αποεπένδυσης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, 2013). Αξίζει να σημειωθεί ότι στο υπόβαθρο αυτών των εξελίξεων, τα προγράμματα επιδοτούμε­νης απασχόλησης 3,3 δις ευρώ που εξαγγέλθηκαν κατά την περίοδο 2010-2013 δεν συνέβαλαν στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας καθώς και στην ανάσχεση της εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας κατά την συγκεκριμένη περίοδο. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι ο αριθμός των ανέργων δεν μπορεί να μειωθεί όσο δεν πραγματοποιούνται δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και όσο οι επιχειρήσεις δεν αυξά­νουν τον αριθμό του προσωπικού τους.

Κατά συνέπεια αποδεικνύεται ότι το ζήτημα της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της καταπολέμησης της ανεργίας, αποτελεί μία διαρκή πρόκληση για την ελληνική και την ευρωπαϊκή οικονομία, γεγονός που σημαίνει ότι η απορρυθμιστική και αποσπασματική προσέγγιση του αναπτυξιακού ζητήματος αδυνατεί να δώσει αποτελεσματικές, μεσομακροπρόθεσμες και βιώσι­μες λύσεις. Με άλλα λόγια, όσο αποδομείται και απαξιώνεται το παραγωγικό και τεχνολογικό υπόβαθρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, με την διείσδυση της λιτότητας και του περιορισμού της ρευστότητας στους αρμούς της πραγματικής οικονομίας, τόσο θα σπανίζει η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η παραγω­γική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στις συνθήκες αυτές καθίσταται δυσμενέστερη εάν παρατηρηθεί «η διττή πίεση που ασκείται στην ανεργία από την ύφεση και την εξέλιξη της νέας τεχνολογίας».

Η εξέ­λιξη αυτή προδιαγράφει την επαλήθευση της εμπειρικής έρευνας ότι η ανάκαμψη της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας κατά τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι ικανή σημαντικής συμβολής στην μείωση της ανεργίας (άνεργη ανάπτυξη) εξαιτίας της υποτονικής ανάκαμψης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα. Η προοπτική αυτή σημαίνει ότι η βραδεία ανάπτυξη που ακολουθεί μία μεγάλη ύφεση μπορεί να έχει βαθιές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Έτσι, το πρόβλημα της απασχόλη­σης κρίνεται ότι θα είναι καθοριστικό τις επόμενες δύο δεκαετίες, οπότε εκτιμάται ότι θα εμφανισθεί και η μεγάλη σύγκρουση της εποχής μεταξύ της νέας τεχνολογίας και της εργασίας.

Από την άποψη αυτή η ανάπτυξη και η ανεργία αποτελούν τις νέες προκλήσεις του παρόντος αλλά πολύ περισσότερο του μέλλοντος. Εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι η αύξηση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις αναπτυγμένες χώρες μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, που σημαίνει επι­στροφή στην διεθνή αγορά εργασίας τεσσάρων εκατομ. ανέργων (IMF, 2014) αντι­λαμβάνεται κανείς ότι οι διεθνείς διακηρύξεις για αποτελεσματική καταπολέμηση της ανεργίας περιβάλλονται από αναμενόμενη αβεβαιότητα. Το ίδιο και στην ελλη­νική οικονομία η αύξηση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα μπορεί να συμβάλ­λει στην μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά 0,30% (15.000 άτομα), ενώ η μείωση του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα αυξάνει την ανεργία κατά μία ποσοστιαία μονάδα (50.000 άτομα). Η εκτίμηση αυτή σημαίνει ότι για να επιστρέψει η ελλη­νική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 (9,5%, 450.000 άτομα) και να δημιουργήσει το ένα εκατομμύριο θέσεων εργασίας που χάθηκαν (στους κλάδους κυρίως των κατασκευών, της μεταποίησης και του εμπορίου) την περίοδο 2009-2013 (ένα εκατομμύριο θέσεων εργασίας την ίδια περίοδο χάθηκαν στην Κύπρο, Ιρλαν­δία και Πορτογαλία) ακόμη και με το αισιόδοξο σενάριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ 3,5-4%, θα χρειαστούν τουλάχιστον 20 χρόνια.

Σημειώνουμε ότι μετά τον κύκλο της ύφεσης στην Ελλάδα, η ανεργία, ακόμη και με το προαναφερόμενο αισιόδοξο σενά­ριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ, πολύ δύσκολα θα διαμορφωθεί κάτω από το 17% το 2026, καθώς αυτό το ποσοστό αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Σε πρόσφατη μελέτη του το Διεθνές Γρα­φείο Εργασίας εκτιμά ότι το 2019 η ανεργία στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι κάτω από 22% του εργατικού δυναμικού. Η απασχόληση το Α’ τρίμηνο του 2014 ήταν 3.483.716 άτομα, σε βαθμό που το σύνολο των απασχολούμενων να είναι μικρότερο από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό και τους ανέργους κατά 1,2 εκατ. άτομα.

Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (Α’ τρίμηνο του 2014) παρατηρείται στους ηλικι­ωμένους ανέργους 45-64 ετών (20,3%, 359.000 άτομα), στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (56,7%, 178.000 άτομα) και στις Περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (29,9%), Στερεάς Ελλάδας (27,8%) και Αττικής (28%), δηλαδή στα μεγαλύτερα βιομηχανικά και οικονομικά κέντρα της χώρας στα οποία το 2009 παρήγετο το μεγαλύτερο τμήμα της βιομηχανικής παραγωγής της χώρας. Τέλος, υπογραμμίζουμε την παράταση της σημαντικής διχοτόμησης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι ο αριθμός των επίσημα καταγεγραμμένων ανέργων (1.342.299 άτομα) να συμπίπτει σχεδόν με τον αριθμό των απασχολουμένων (1.400.000 άτομα) στον ιδιωτικό τομέα, δημιουργώντας μία «ισορροπία τρόμου» μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, απα­ξιώνοντας την λειτουργία της αγοράς εργασίας και δίνοντας δυσμενείς προοπτικές στην κοινωνική συνοχή, ιδιαίτερα με το υψηλό ποσοστό (71,4%-958.401 άτομα) της μακροχρόνιας ανεργίας (ΕΛΣΤΑΤ, Γ’ Τρίμηνο 2013) η οποία στερείται παντελώς επιδόματος ανεργίας. Παράλληλα το 2013, μετά την μείωση της απασχόλησης το 2011 κατά -6,8% και το 2012 κατά -8%, παρατηρείται επιβράδυνση του ρυθμού μεί­ωσης της απασχόλησης κατά -4%, εξαιτίας κυρίως της ένταξης της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας στην επίσημη αγορά εργασίας καθώς και της επιδοτούμε­νης απασχόλησης κατά το συγκεκριμένο έτος. Από την άποψη αυτή, η εκτίμηση για μείωση της ανεργίας από 26% το 2014 σε 15,9% το 2020 με την δημιουργία 720.000 θέσεων εργασίας φαίνεται δυνατή μόνο εάν ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2015-2020 στην Ελλάδα είναι 8%. Αντίθετα η εκτίμησή μας κατά την συγκεκριμένη περίοδο 2015-2020 με ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά μέσο όρο 2% είναι ότι θα δημιουργηθούν 180.000 θέσεις εργασίας και το επίπεδο της ανεργίας από 26% το 2014 θα διαμορφωθεί στα επίπεδα του 22%-23% του εργατι­κού δυναμικού.

Παράλληλα, η αξιολόγηση των πολιτικών απασχόλησης σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. κατά την τελευταία εικοσαετία αναδεικνύει μία ισχυρή τάση απορρυθμίσεων των εργασιακών σχέσεων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο προσαρμόζεται το εργα­τικό δυναμικό στις τεχνολογικές εξελίξεις της παραγωγής. Όμως εκ του αποτελέ­σματος προκύπτει ότι η ευελιξία, η απασχολησιμότητα, η μαθητεία, οι παθητικές (προστασία των ανέργων) και οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης παθητικοποιήθηκαν, σε βαθμό, που να περιορίζονται στην διαχείριση άμβλυνσης της οξύτητας της ανεργίας και στην διατήρηση του ανέργου, περισσότερο στον βορρά και λιγότερο στον ευρωπαϊκό Νότο, σε κατάσταση κοινωνικά ενεργή, παρά να αναστέλλουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά την πορεία αύξησης της.

Με άλλα λόγια οι πολιτι­κές απασχόλησης και προστασίας των ανέργων έτειναν περισσότερο προς την δημιουργία συνθηκών εργασιακής ανασφάλειας για ένα σημαντικό τμήμα του εργα­τικού δυναμικού. Το ίδιο το κράτος έγινε η ατμομηχανή της ανασφάλειας, είτε ως φορέας έμπνευσης και άσκησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών απασχόλησης, είτε ως εργοδότης προς τους υπαλλήλους του. Αξίζει να σημειωθεί ότι σ’ αυτό το πλαίσιο των πολιτικών απασχόλησης κατέρρευσαν οι προσδοκίες της ευελιξίας της αγοράς εργασίας ως επιλογή για την βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης. Χαρακτηρι­στικά παραδείγματα η μείωση του κατώτατου μισθού επί Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και από 28/02/2012 και στην Ελλάδα, η εξασθένηση των συνδικάτων επί Θάτσερ, η κατάργηση της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής επί Φαμπϊούς, οι μινι-jobs επί Σρέντερ. Έτσι οι μισθοί έγιναν επίσης ευέλικτοι, όπως σήμερα στην Ελλάδα, ανατρέποντας σε σημαντικό βαθμό την πρωταρχική κατανομή των πόρων σε βάρος της μισθωτής εργασίας και παράλληλα μετατράπηκαν σε μεταβλητές της ευελιξίας της απασχόλη­σης, παρέχοντας την θεσμοποιημένη και καταναγκαστική δυνατότητα για υψηλές αποδόσεις του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Παράλληλα, η εμπειρική έρευνα στην Ευρώπη (RevueAlternativesEconomiques, Decembre 2013) απέδειξε ότι οι χαμη­λοί μισθοί για παράδειγμα στην Γερμανία δεν εξηγούν το χαμηλό επίπεδο (5%) της ανεργίας. Επίσης απέδειξε ότι τα κράτη - μέλη που καθυστερούν να εξέλθουν από την κρίση είναι αυτά στα οποία οι πολιτικές απασχόλησης του παρελθόντος (μείωση του κόστους εργασίας, προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης, μείωση επιδο­μάτων ανεργίας, ευέλικτες μορφές απασχόλησης, αυτό-απασχόληση των ανέργων, κλπ) έκαναν την αγορά εργασίας περισσότερο απορρυθμισμένη και ευέλικτη.

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι βασικός μοχλός, μεταξύ των άλλων, εξόδου από την κρίση αποτελεί η ρύθμιση της αγοράς εργασίας και η διαμόρφωση των μισθών δια­μέσου ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Οι στρατηγικές επιλογές ευελιξίας της απασχόλησης και ευελιξίας των μισθών, εκ του αποτελέσματος, επιδείνωσαν τους όρους κατανομής των πόρων, ενέ­τειναν τις ανισορροπίες και τις αντιφάσεις στην αγορά εργασίας, δεν συνέβαλαν στην αύξηση της απασχόλησης παρά την εξαφάνιση των λεγόμενων «δυσκαμψιών» (ρυθμίσεις) της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα εξαντλώντας τα όρια τους να καταρρεύσουν οι προσδοκίες μείωσης της ανεργίας διαμέσου των πολιτικών πλή­ρους απορρύθμισης ή στην περίπτωση της Ελλάδας πλήρους αποδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας. Στις συνθήκες αυτές η απορρύθμιση και η ευελιξία της αγοράς εργασίας στα κράτη - μέλη της ευρωζώνης, δεν συνέβαλαν στην επίλυση των προ­βλημάτων της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, συνέβαλαν στην αύξηση του επιπέδου των φτωχών - εργαζομένων στην ζώνη του ευρώ από 7,4% το 2006 σε 9,1% το 2012, ενώ στην Ελλάδα οι βίαιες μειώσεις των μισθών συνέβαλαν στην αύξηση των φτωχών-εργαζομένων από 11,9% το 2010 σε 15,1% το 2011 (Eurostat, 2012).

Έτσι γίνεται πλέον φανερό ότι οι ασκούμενες πολιτικές της ευελιξίας της απασχόλησης και των μισθών δεν συνιστούν πολιτικές που δημιουργούν θέσεις εργασίας (PhilippeAskenazy, 2013). Κατά συνέπεια, με αυτά τα δεδομένα, απορ­ρύθμισης της αγοράς εργασίας και αναποτελεσματικότητας των πολιτικών απασχό­λησης να αντιμετωπίσουν την ανεργία, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης είναι πλέον επιβεβλημένο στην Ευρώπη η ένταξη της πολιτικής καταπολέμησης της ανεργίας στην μακρο-οικονομική πολιτική. Αυτό σημαίνει, καταρχήν, την προσφυγή στην στρατηγική της ισομερούς ανάπτυξης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προσθήκη στα τρία κριτήρια του Μάαστριχτ (χρέος, έλλειμμα, πληθωρισμός) τέταρτου κριτηρίου που θα αναφέρεται στο επίπεδο της απασχόλησης ή της ανεργίας, παράλληλα με την προσθήκη στο καταστατικό της ΕΚΤ ότι εκτός της σταθερότητας των τιμών αποτελεί κεντρικό στόχο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και η καταπολέμηση της ανεργίας, ως αναγκαίες θεσμικές αλλαγές ουσιαστικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της ανεργίας στην Ευρώπη και στα κράτη-μέλη.

Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτει ως επιτακτική ανάγκη η οργανική ενότητα των πολιτικών απασχόλησης με τις ανάγκες της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας της αναπτυξιακής πολιτικής στην ΕΕ και στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει τον άμεσο προσανατολισμό της προς την κατεύ­θυνση ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και αποκατάστασης των συλλογικών δια­πραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Παράλληλα, απαιτείται σύνδεση των δημόσιων πολιτικών με τον χαρακτήρα και τη διάρθρωση του παραγω­γικού συστήματος της χώρας καθώς και τη βελτίωση του πλέγματος των αλληλεξαρτήσεων των ηγετικών κλάδων παραγωγής, με στόχο την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας της ελληνικής οικονομίας, την αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλη­σης, με βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής την μεταβίβαση της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας (16%) στην μείωση των τιμών (15%) των αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι, θα δημιουργηθούν οι αναγκαίες συνθήκες μεταμόρφωσης και ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης, που μονοκαλλιεργείται από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, με την δημιουργία δικτύων, συνεργιών και συμπληρωματικότητας μεταξύ των τομέων και των κλάδων παραγωγής σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε στρατηγικό επίπεδο στο συγκεκριμένο θέμα των πολιτικών απασχόλησης υπάρχουν τέσσερις απόψεις στην Ε.Ε.:

α) η άποψη που θεωρεί ότι με την μείωση των μισθών και την ευελιξία βελτιώνεται το επίπεδο ανταγωνιστικότητας και δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Στην Ελλάδα δεν επαληθεύτηκε αυτή η άποψη δεδομένου ότι ενώ μειώθηκε το κόστος εργασίας κατά 16% (2009-2013) εντούτοις η χώρα μας δέχθηκε πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα κατατασσόμενη στη 57η θέση μεταξύ εξήντα χωρών (2014) από την 54η θέση το 2013,

β) η άποψη της ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης ανάλογα με τα προβλή­ματα που επιβάλλεται ουσιαστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση τους (π.χ. καταπολέμηση της ανεργίας),

γ) η άποψη της προσθήκης του τέταρτου κριτηρίου στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη και της προσθήκης της καταπολέμησης της ανεργίας στο καταστατικό της ΕΚΤ και

δ) η άποψη του αυτόματου κοινωνικού σταθεροποιητή με την έννοια της ενίσχυσης των δημοσιονομικών μεταβιβάσεων με στόχο την χορή­γηση επιδομάτων, κυρίως στην κυκλική ανεργία, ύψους 40% του τελευταίου μισθού για 6 μήνες, επιδιώκοντας την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, την διατήρηση της ζήτησης και τον μετριασμό της ύφεσης.

Θεωρούμε ότι η στρατηγική επι­λογή της τρίτης άποψης είναι αυτή που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά την ανεργία στην Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη αλλά και αυτή που θα θωρακίσει μεσο-μακροπρόθεσμα την υπαρξιακή προοπτική της Ένωσης. Οι άλλες απόψεις περισσότερο επικεντρώνονται στην διαχείριση και στην άμβλυνση της οξύτητας της ανεργίας παρά στην αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Ετσι, από την άποψη αυτή, η αξιολό­γηση των πολιτικών απασχόλησης σε συνδυασμό με τις εξελίξεις και τις προοπτικές της απασχόλησης και της ανεργίας στην Ευρώπη και την Ελλάδα μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία δεν θα επιστρέψει σε διαρκή ανάπτυξη και σε δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εάν δεν ρυθμίσουν την αγορά εργασίας και δεν διαμορφώσουν το επίπεδο των μισθών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, διαμέσου των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογι­κών συμβάσεων εργασίας (πολιτικές ζήτησης). Αυτό σημαίνει θεσμική περιθωριο­ποίηση της ευελιξίας της εργασίας και των μισθών (πολιτικές προσφοράς), η οποία εκ του αποτελέσματος επιδείνωσε τους όρους κατανομής των πόρων και διεύρυνε τις ανισορροπίες και τις αντιφάσεις στην αγορά εργασίας, χωρίς, όπως υποστηρίζο­νταν από τους φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής, να συμβάλλουν στην αύξηση της απασχόλησης παρά την εξαφάνιση των λεγόμενων «δυσκαμψιών» (ρυθ­μίσεις) της αγοράς εργασίας.

Ειδικότερα στην Ελλάδα για την ενδυνάμωση των ρυθμών ανάπτυξης και την απομάκρυνση της ελληνικής οικονομίας κατά την μετα-νεοφιλελεύθερη περίοδο από την παρατεταμένη στασιμότητα, απαιτείται στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ενίσχυσης της ρευστότητας της οικο­νομίας, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας εναλλακτικής οικονομικής και κοινωνι­κής πολιτικής σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση του εναλλακτικού αναπτυξιακού προτύπου με κεντρικό στόχο την:

α) άμεση σύζευξη της επενδυτικής προτεραιότη­τας με τις αναπτυξιακές, περιβαλλοντολογικές, κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, και

β) την βραχυ-μεσοπρόθεσμη αύξηση της απασχόλησης με την δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών παραγωγής διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών, με την μεταμόρφωση και ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης (clusters), που μονοκαλλιεργείται από τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, παράλληλα με την δημιουργία δικτύων και συνεργιών και συμπληρωματικότητας μεταξύ των τομέων και των ηγετικών κλάδων (ενέργεια, υδρογονάν­θρακες, τράπεζες, πρωτογενής τομέας, τρόφιμα-ποτά, δομικά και μεταλλικά υλικά, τουρισμός (δακτύλιος μεταποιητικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών που ικανοποι­ούν την τουριστική ζήτηση), καινοτομία-τεχνολογία, κοινωνική οικονομία, έμπειρη οικονομία ή οικονομία των γκριζομάλληδων (silvereconomy), φαρμακοβιομηχανία, καθώς και των συμπληρωματικών κλάδων παραγωγής σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Όμως, η μετάβαση σ’ ένα νέο μείγμα οικονομικής και κοινωνικής πολιτι­κής και ένα νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο, στα πλαίσια μίας μεγάλης ευρωπαϊκής οικονομικής και αναπτυξιακής πρωτοβουλίας η οποία θα στοχεύει στην επίλυση των σοβαρών διαρθρωτικών της προβλημάτων προϋποθέτει την ανακοπή του σχεδίου μετάβασης, από το φορντικό στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο και την εγκα­θίδρυση των όρων και προϋποθέσεων μετάβασης στο μετα-νεοφιλελεύθερο πρότυπο (G. Dumenil - D. Levy, 2014) το οποίο, μεταξύ των άλλων, θα υποστηρίζει ουσιαστικά και αποτελεσματικά την ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας, των εργασιακών σχέ­σεων, των επενδύσεων, της παραγωγής, του κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της ανεργίας και ειδικότερα των ανέργων (νέων και ηλικιωμένων) και την επανέ­νταξή τους στις νέες τεχνολογικές και καινοτομικές συνθήκες της παραγωγής.

Η Έκθεση για την Ελληνική Οικονομά και την Απασχόληση του 2014, η οποία αποτελεί συλλογική εργασία του επιστημονικού δυναμικού του ΙΝΕ[1] με την επιστη­μονική ανάλυση και τα ευρήματά της συμβάλλει καθοριστικά, μεταξύ των άλλων, στον προβληματισμό και στην ανάδειξη της αναγκαιότητας υλοποίησης μίας εναλ­λακτικής πολιτικής διαμόρφωσης ενός νέου μείγματος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής καθώς και ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου μετάβασης από το νεοφι­λελεύθερο πρότυπο διαχείρισης της ύφεσης και της κρίσης χρέους (κυριαρχία των αγορών, ανισότητες, ανεργία, ευελιξία, φτωχοποίηση, κλπ) στο μετα-νεοφιλελεύθερο πρότυπο πολιτικής (ανάπτυξη, επενδύσεις, απασχόληση, εισόδημα, κοινωνικό κράτος, ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών).

Η ανάλυση διακρίνεται από εσωτερική συνοχή, τεκμηρίωση και σαφήνεια και μεθοδολογικά με τις ποσοτικές και ποιοτικές προσεγγίσεις, μεταξύ των άλλων, τα αποτελέσματα που προκύπτουν και οι εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής που διατυ­πώνονται αποδεικνύουν την σύζευξη της θεωρητικής και αναλυτικής σκέψης, καθώς και την σύζευξη της εξέλιξης και της σύνθεσης τόσο των πτυχών της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ελλάδα, όσο και των προοπτικών της ελληνικής οικο­νομίας. Από την άποψη αυτή, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η ουσιαστική και κριτική κατανόηση των κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων και η διατύπωση των εναλλακτικών πολιτικών αποτελεί μεταξύ των άλλων, προϋπόθεση της συλλογικής και αποτελεσματικής κοινωνικής και συνδικαλιστικής δράσης.

Πιο συγκεκριμένα, η Έκθεση αποτελείται από εννέα μέρη:

Το πρώτο μέρος που αναφέρεται στις κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής αποτυπώνει τις κατευθύνσεις της ελληνικής οικονομίας οι οποίες απορρέουν από τις ασκούμενες πολιτικές της εσωτερικής αποτίμησης, ενώ παράλληλα διατυπώνονται οι εναλλακτικές πολιτικές εξόδου από την οικονομική κρίση και δημιουργίας των συνθηκών ανάπτυξης, καταπολέμησης της ανεργίας και ανασύστασης των εισοδη­μάτων και του κοινωνικού κράτους.

Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στην εξέλιξη των βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας κατά το 2013-2014.

Το τρίτο μέρος εξετάζει την πορεία της εσωτερικής υποτίμησης και πραγματεύεται τις προοπτικές και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Το τέταρτο μέρος επεξεργάζεται την εξέλιξη του μέσου πραγματικού μισθού, το μονα­διαίο κόστος εργασίας, τις μέσες ονομαστικές αποδοχές, την αγοραστική δύναμη, καθώς και τους κατώτατους μισθούς στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πέμπτο μέρος αφορά τις εξελίξεις στην απασχόληση, τις ροές απασχόλησης, την ανεργία και διερευνά τις μεταβολές του εργατικού δυναμικού, του αριθμού των απασχολούμενων κατά ομάδες ηλικιών (15-24 ετών και 45-64 ετών) καθώς και των ανέργων κατά περιφέρειες στην Ελλάδα.

Το έκτο μέρος αναφέρεται στις πολιτικές απασχόλησης κατά την περίοδο της οικο­νομικής κρίσης και ύφεσης στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και αξιολογεί την αποτελεσματικότητά τους από την οπτική της καταπολέμησης της ανεργίας και της προώθησης της απασχόλησης.

Το έβδομο μέρος διερευνά τις οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης με την εξέταση των εξελίξεων στην διεθνή, ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία καθώς και των πρόσφατων δημοσιονο­μικών εξελίξεων στην Ελλάδα.

Το όγδοο μέρος που αναφέρεται στις εξελίξεις των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα και την Ευρώπη κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης (2010-2014) εξετάζονται αναλυτικά το περιεχόμενο των πολιτικών ευελιξίας και προσωρινότητας των μορφών απασχόλησης και αποδόμησης των εργασιακών σχέ­σεων. Παράλληλα αναλύονται οι εξελίξεις στην Ελληνική αγορά εργασίας, με ιδιαί­τερη έμφαση στις μορφές απασχόλησης, την ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, τις συμβασιακές σχέσεις των νέων προσλήψεων και τις ειδικές μορφές απασχόλησης.

Το ένατο μέρος εξετάζει τις προοπτικές γήρανσης του πληθυσμού καθώς και την μακροχρόνια αναλογιστική βιωσιμότητα του ΣΚΑ στην χώρα μας κατά την περίοδο 2013-2050.

Η έκθεση ολοκληρώνεται με την σχετική με το περιεχόμενο της, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

alt

alt

Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του έτους 2014 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ

Σύνοψη συμπερασμάτων

Η οικονομική κρίση και ύφεση σε συνδυασμό με τα προβλήματα που έχουν προκληθεί από τις ασκούμενες πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, ιδιαίτερα, στον Νότο, θέτει τις ευρωπαϊκές ελίτ, τις εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις, τα κοινωνικά κινήματα και τα συνδικάτα, προ των ευθυνών τους, ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα (25/5/2014) αποτελέσματα των ευρωεκλογών, με την έννοια της επιλογής διατηρησης της ευρωπαϊκής ενότητας στην κατεύθυνση της ισότητας άνισων χωρών ή στην επιλογή της κατεύθυνσης διάσπασης (δύο ευρωπαϊκές ενώσεις Βορρά-Νότου) ή της ολοκληρωτικής διάλυσης της ευρωπαϊκής ένωσης ή της ευρωζώνης με την «θεσμοποιημένη θέσπιση» της ανισότητας άνισων χωρών. Όμως αξίζει να σημειωθεί ότι εάν, κατά την περίοδο 2015-2020, δεν ανασχεθούν οι τάσεις διατήρησης σε υψηλά επίπεδα της ανεργίας και αποσύνθεσης της Ευρώπης, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση του Βορρά και του Νότου, μειονεκτούσα στην τεχνολογική καινοτομία, την παραγωγι­κότητα και τους διεθνείς γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς συσχετισμούς, δεν θα αποφύγει να μετεξελιχθεί σ’ ένα ελκυστικό τουριστικό προορισμό των πολιτών της Ασίας, αφού η Ευρώπη θα υστερεί και δεν θα προηγείται των ασιατικών οικονομιών.

Πράγματι, από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικό ότι οι προοπτικές της ευρω­ζώνης όπως αποτυπώνονται σε οικονομετρικές εκτιμήσεις (2014, αύξηση 1,2% του ΑΕΠ, FMI, avril 2014) και κατά την περίοδο 2010-2060 η παραγωγικότητα της εργασίας θα αυξηθεί κατά 1,4% τον χρόνο, το ΑΕΠ κατά 1,7% τον χρόνο και η απασχόληση κατά -0,1% κατά μέσο όρο τον χρόνο (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2013) είναι αναιμικές με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των ευρωπαίων πολιτών και για την κοινωνική συνοχή στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με άλλα λόγια, είναι πλέον φανερό σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες ότι η Ευρώπη: α) ή θα πρέπει να αλλάξει και να προσανατολισθεί οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά σε μία κατεύθυνση ευρωπαϊκή, β) ή με τις βασικές αδυναμίες που αποκάλυψε η οικονομική και κοινωνική κρίση θα αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω η διαδικασία ολοκλήρωσής της και θα εθνικοποιηθεί. Κινητήρια δύναμη προς αυτή την κατεύθυνση οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αποτελεί η εγκατάλειψη των πολιτικών λιτότητας και οπισθοδρόμησης που εφαρμόζονται τα τελευταία πέντε χρόνια στα κράτη-μέλη της Μεσογειακής Ευρώπης με την σκληρότητα των αγορών και των δανειστών και στα κράτη-μέλη της βόρειας Ευρώπης με τις πολιτικές δημο­σιονομικής προσαρμογής. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι και πολίτες αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι αυτό που συντελείται στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία αποτελεί το επεισόδιο, ενώ αυτό που συντελείται σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελεί το προοίμιο της κανονικότητας του επεισοδίου. Αυτή την διαδικασία της κανονικότητας του επεισοδίου, οι δυνά­μεις των αγορών και της αναπτυξιακής και κοινωνικής κατάρρευσης προσπαθούν να επιβάλλουν με την συρρίκνωση των παραγωγικών δυνάμεων και των θεσμών που τροφοδοτούν την αλληλεγγύη, την δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή. Έτσι, κρί­νοντας εκ του αποτελέσματος, η στρατηγική επιλογή των πολιτικών της εσωτερι­κής υποτίμησης για την ανάσχεση της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την «κρίση εργασίας», την «κρίση φτωχοποίησης» (34,6% του πληθυσμού, 3.795.100 άτομα, 2013 - ΕΛΣΤΑΤ 2014) και την «κρίση ανισοτήτων», περιπλέκει και οξύνει ακόμη περισσότερο την οικονομική και κοινωνική κρίση στο παρόν και αποδυναμώνει τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας για την αντιμετώπισή της στο μέλλον. Έτσι, απαιτείται, πριν και πάνω απ’ όλα, η άρση των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων με αναδιανομή του εισοδήματος και δίκαιη φορολογική επιβάρυνση, προκειμένου να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ανισορροπία, να αναταχθεί το επίπεδο ζήτησης και το επίπεδο αγοραστικής δύναμης των πολιτών καθώς και αυτό της εναλλακτικής επενδυτικής-αναπτυξιακής δραστηριότητας (ευρωπαϊκό σχέδιο επενδύσεων) της ευρωπαϊκής και ελληνικής οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η κεντρική επιδίωξη της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση του έτους 2014, συνίσταται στις κατευθύνσεις και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, στις εξελίξεις των βασικών μεγεθών κατά την περίοδο 2013-2014, στην πορεία της εσωτερικής υποτίμησης και στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας, στις εξελίξεις στους μισθούς, στο κόστος εργασίας, στην παραγωγικό­τητα και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στην απασχόληση, στην ανεργία και στις πολιτικές απασχόλησης στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις δημοσιονομικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη, την Ελλάδα και διε­θνώς, στις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, καθώς και στις εξελί­ξεις στην γήρανση του πληθυσμού και στην μακροχρόνια αναλογιστική βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης κατά την περίοδο 2013-2050.

Η κεντρική αυτή επιδίωξη της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία και την απα­σχόληση του έτους 2014, αναδεικνύει την κατανόηση του αδιεξόδου των ασκούμε­νων πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης, της ύφεσης, της λιτότητας, της ανεργίας, κλπ καθώς και την αναγκαιότητα παράκαμψης αυτής της νεοφιλελεύθερης πορείας στο πλαίσιο ενός νέου μείγματος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και ενός νέου αναπτυξιακού προγράμματος παραγωγικής-τεχνολογικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας, δεδομένου ότι η στρατηγική επιλογή των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης οδήγησε την ελληνική οικονομία σε χαμηλά επίπεδα, εκτός των άλλων, απασχόλησης, παραγωγής, κατανάλωσης, επενδύσεων, μισθών, συντά­ξεων και γενικότερα των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους.

Στην κατεύθυνση αυτής της εναλλακτικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ύφεσης και ανεργίας στην Ελλάδα, τα πιο σημαντικά συμπε­ράσματα της έκθεσης αναφέρονται στα εξής:

  1. Η ελληνική οικονομία, μετά πέντε έτη υλοποίησης της πολιτικής της εσωτερι­κής υποτίμησης, έχει καθηλωθεί σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής, επενδύσεων, μισθών, κοινωνικών δαπανών, εγχώριας ζήτησης, παραγωγικότητας της εργα­σίας, αγοραστικής δύναμης και υψηλού επιπέδου ανεργίας, φορολόγησης των εισοδημάτων και του δημόσιου χρέους (179,1% του ΑΕΠ - 315 δισ. ευρώ 2014), στα οποία έχουν «φυλακιστεί», μεταξύ των άλλων, οι ενδογενείς δυνάμεις του παραγωγικού συστήματος οι οποίες θα μπορούσαν σε συνθήκες εκτός του νεο­φιλελεύθερου υποδείγματος να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της παραγωγής και της απασχόλησης. Το ερώτημα επομένως που τίθεται είναι με ποιους όρους μπορεί η ελληνική οικονομίας μετά πεντε ετη εφαρμογής της πολιτικής της εσωτερι­κής υποτίμησης να τεθεί σε μία πορεία μετα-νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, δηλαδή της ανάπτυξης και της επιμεριζόμενης ευημερίας.
  2. Η ελληνική οικονομία μπορεί να μετατοπιστεί σε υψηλότερο ΑΕΠ και χαμη­λότερη ανεργία χωρίς να υπάρχει έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών εφόσον: πρώτον, σε βραχυχρόνια διάρκεια μειωθούν οι τιμές των εγχώριων προϊόντων (αύξηση ανταγωνιστικότητας τιμής) προκειμένου να αντι­σταθμιστούν οι εισαγωγές που θα είναι αυξημένες στο επιθυμητό υψηλότερο επίπεδο του προϊόντος (επομένως και στο υψηλότερο επίπεδο εγχώριας ζήτη­σης και απασχόλησης) και δεύτερον, σε μεσο-μακροχρόνια διάρκεια βελτιωθεί με ένα επενδυτικό πρόγραμμα τεχνολογικής-παραγωγικής ανασυγκρότησης η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Επομένως, το σημείο εκκίνησης μίας αναπτυ­ξιακής/οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η αύξηση και η αξιοποίηση της συνολικής ζήτησης, εγχώριας και εξωτερικής, η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό της χώρας που θα αυξήσει την παρα­γωγή και την απασχόληση. Σε αντίθετη περίπτωση, η ελληνική οικονομία θα διέλθει από μακρά περίοδο στασιμότητας.
  3. Κατά το 2013 το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας υποχώρησε κατά 3,9%. Η μείωση αυτή προστέθηκε στις απώλειες της προηγούμενης πενταετίας 2008-2012 που ανέρχονται ήδη σε 1/5 του ακαθόριστου εγχώριου προϊόντος. Έτσι, η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, κατά την εξαετία 2008-2013 ανήλθε σε 23,5% και κατά την επταετία 2008-2014 θα έχει ανέλθει σε περίπου23,2%. Το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε σταθερές τιμές, δηλαδή ως αγοραστική δύναμη, θα παρα­μείνει κατά το 2014 στα επίπεδα του 2000.
  4. Η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μειωθεί, στο τέλος του 2013, έναντι του 2008, κατά 4,8% και θα παραμείνει στο ίδιο σημείο έως το τέλος του 2014. Παρά το γεγονός ότι η μείωση αυτή δεν είναι ασήμαντη, δείχνει ότι το βάρος της προ­σαρμογής που επιβλήθηκε από την μείωση του ΑΕΠ μεταφέρθηκε κατά τα 4/5 στην απασχόληση (μείωση αριθμού απασχολούμενων κατά 20%).
  5. Η συνολική μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας θα ανέλθει για το σύνολο της περιόδου προσαρμογής (2009-2013) σε 16%. Με άλλα λόγια, η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας θα έχει μετατραπεί μόνο κατά το 1/5 σε μείωση των εγχώριων τιμών, δηλαδή σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας τιμής, ενώ κατά τα 4/5 τροφοδοτεί την αύξηση της κερδοφορίας. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι οι εξαγωγικές επιχειρήσεις διαμορφώνουν τις τιμές τους περισσότερο ακολουθώντας τις τιμές του ανταγωνισμού και ελάχιστα ακολου­θώντας την μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
  6. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές, παρουσίασαν κάμψη από το 2008, η οποία συνεχίστηκε το 2009-2013 και προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και το 2014. Εάν επαληθευτεί αυτή η πρόβλεψη στο τέλος του 2014 οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές, θα έχουν επι­στρέψει στο σημείο που βρίσκονταν ακριβώς είκοσι χρόνια πριν, δηλαδή στα επίπεδα του 1994.
  7. Την πτώση των ακαθάριστων επενδύσεων ακολούθησαν και οι καθαρές επεν­δύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες παρέμειναν περίπου σταθερές από το 2003 μέχρι και το 2007 στο επίπεδο του 13% του καθαρού προϊόντος. Από το 2008 και μετά εμφανίζονται οι επιπτώσεις της κρίσης και της πολιτικής της εσωτε­ρικής υποτίμησης έτσι ώστε κατά το 2009-2013 η πτώση των επενδύσεων να είναι σημαντική, με τις καθαρές συνολικές επενδύσεις να μειώνονται στο -10% περίπου του καθαρού εγχώριου προϊόντος και η ελληνική οικονομία να βρίσκε­ται σε διαδικασία αποεπένδυσης. Η μεγάλη μείωση των επενδύσεων κατά το 2008 - 2013 προέρχεται σε σημαντικό βαθμό από την μείωση των επενδύσεων σε κατοικίες και σε μικρότερο βαθμό από την μείωση των επενδύσεων σε μηχανές, μεταλλικά προϊόντα, κατασκευές πλην κατοικιών και μεταφορικά μέσα.
  8. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο δυνα­μισμό. Ο δείκτης εξαγωγικών επιδόσεων επιδεινώθηκε σοβαρά στην διάρκεια της κρίσης και παρουσίασε κατά το 2013 οριακή μόνο βελτίωση οφειλόμενη σε ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες. Παράλληλα, η κατακόρυφη πτώση των εισαγω­γών που οφείλεται στην δραματική μείωση της εγχώριας ζήτησης για καταναλω­τικά και επενδυτικά αγαθά έχει οδηγήσει σε θεαματική βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ από το -14% περίπου κατά το 2008 σε -2,2% κατά το 2013. Αυτή η βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών, που θα οφείλεται στον περιορισμό της δαπάνης για εισαγωγές, δεν αντανακλά βέβαια, βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας αλλά αποτελεί δείκτη συρ­ρίκνωσης της οικονομίας. Είχε ωστόσο, θετική επίπτωση στο ισοζύγιο και ως εκ τούτου και στην μεταβολή του ΑΕΠ κατά το 2009-2013 καθώς μεταβλήθηκε θεαματικά ο λόγος εξαγωγών/εισαγωγών.
  9. Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και υπη­ρεσιών οφείλεται κατά τα 2/3 σε μακροχρόνιους διαρθρωτικούς λόγους (υποδο­μές, παιδεία, λειτουργία των αγορών προϊόντων, κλπ) οι οποίοι επιδεινώθηκαν κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης. Έτσι, τίθεται εμφατικά στην ελληνική οικονομία το ζήτημα της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και του τρόπου ένταξής της στο διεθνές εμπόριο, δεδομένου ότι ελληνικές εξαγω­γές αφορούν προϊόντα χαμηλού τεχνολογικού περιεχομένου, μικρής αξίας και χαμηλής ποιότητας. Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ότι η στρατηγική αύξησης των επιδόσεων του εξαγωγικού τομέα της χώρας και στήριξης υψηλών ρυθμών μεγέ­θυνσης του ΑΕΠ σε μεσο-μακροπρόθεσμη διάρκεια προϋποθέτει την σοβαρή και εκτεταμένη αναβάθμιση και ανασυγκρότηση του παραγωγικού συστήματος.
  10. Η μείωση του όγκου της εγχώριας ζήτησης κατά την πενταετία 2009-2013 κατά το 1/3, συνέβαλλε στην υποχώρηση του κατά 14 χρόνια, δηλαδή στα επίπεδα του 1998. Η μείωση αυτή στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε σε μία περίοδο κατά την οποία η αντίστοιχη ζήτηση στις 37 πιο αναπτυγμένες χώρες παρέμεινε περίπου σταθερή. Ως αποτέλεσμα, κατά την πενταετία 2009-2013, η μείωση που παρουσί­ασε η εγχώρια ζήτηση στην Ελλάδα έναντι των 37 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών ανήλθε σε 32,4% επαναφέροντας τον σχετικό δείκτη σε επίπεδα χαμηλό­τερα από τα αντίστοιχα του 1990.
  11. Το αποτέλεσμα των πολιτικών αποδιάθρωσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την περιστολή της ζήτησης και της αγοραστικής δύνα­μης είναι η μείωση (2010-2013) του αριθμού των απασχολουμένων κατά 20% (930.000 άτομα), ως επακόλουθο της μείωσης του προϊόντος, αποδεικνύοντας την ισχυρή συσχέτιση τω δύο μεταβλητών (ΑΕΠ και απασχόληση) που μειώθη­καν κατά 23% του ΑΕΠ και κατά 20% του αριθμού των απασχολούμενων. Το υπόλοιπο τμήμα της μείωσης του προϊόντος προήλθε από την μείωση της παρα­γωγικότητας της εργασίας. Έτσι, το κύριο βάρος της προσαρμογής μεταφέρ­θηκε στην απασχόληση και η μείωσή της στην διάρκεια της κρίσης μετατράπηκε σε κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας (2013, 27,3%, ΕΛΣΤΑΤ).
  12. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας από το 7,7% το 2008 σε 27,3% το 2013, κατά την περίοδο 2009-2013, δεν οφείλεται μόνο στη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων αλλά και στην σταθεροποίηση του εργατικού δυναμικού, το οποίο παρέμεινε στάσιμο.
  13. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας κατά την περίοδο 2010-2013, σε συνδυασμό με την διοικητική μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και τις διαρθρω­τικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έχει προκαλέσει μείωση του μέσου πραγ­ματικού μισθού κατά 21% έναντι του 2009.
  14. Οι μειώσεις του μέσου πραγματικού μισθού και της απασχόλησης συρρικνώ­νουν το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών που προέρχεται από εργασία. Στην διάρκεια των ετών 2010-2013, σε τρέχουσες τιμές, οι αποδοχές εργασίας μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων μειώθηκαν κατά 41 δις ευρώ και πρόκειται να μειωθούν κατά περίπου 2 επί πλέον δις ευρώ το 2014.
  15. Κατά την περίοδο 1993-2009 οι πραγματικές αποδοχές ανά απασχολούμενο αυξάνονταν με ρυθμούς που επέτρεπαν την σύγκλιση των αμοιβών στην Ελλάδα έναντι του αντίστοιχου μέσου όρου των 15 πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρω­παϊκής Ένωσης. Μέχρι το 2009 οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων ανέρχονταν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 81% της μέσης αγοραστικής δύναμης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15. Κατά το 2010-2014 η ανοδική πορεία της σύγκλισης των αποδοχών έχει αντιστραφεί και ο δείκτης μειώθηκε στο 65% του μέσου όρου της ΕΕ-15. Έτσι, η απόκλιση των πραγματικών μισθών έναντι του μέσου όρου της ΕΕ-15 έχει αυξηθεί τόσο ώστε να είναι συγκρίσιμη με την αντίστοιχη απόκλιση της δεκαετίας του 1980.
  16. Η αγοραστική δύναμη των μέσων αποδοχών ανά μισθωτό κατά την πενταετία 2008 - 2014 μειώθηκε κατά 23%, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2014 να επιστρέ­ψει στα επίπεδα του έτους 1995. Η αγοραστική δύναμη του μέσου ακαθάριστου μισθού στην Ελλάδα κατά το 2014, ανέρχεται στα 2/3 της αντίστοιχης αγορα­στικής δύναμης στην ΕΕ-15. Έτσι, η αγοραστική δύναμη των μέσων αποδοχών εργασίας στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από την αντίστοιχη στην Μάλτα, στην Σλοβενία, την Κύπρο και την Κροατία. Η αγοραστική δύναμη των μέσων απο­δοχών εργασίας στην Ελλάδα έχει πλέον εξισωθεί με αυτήν της Πορτογαλίας, έναντι της οποίας υπήρχε πάντοτε σημαντική απόσταση που απέρρεε από τη μεγάλη διαφορά στην παραγωγικότητα της εργασίας μεταξύ των δύο χωρών.
  17. Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά μετά το 1995 και μέχρι το 2009 είχε προσεγγίσει το 91% του μέσου αντίστοιχου μεγέ­θους της Ευρωπαϊκής Ένωσης-15. Από το 2010 αρχίζει η διαδικασία απόκλισης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας και ο δείκτης υποχώρησε από το 91% στο 85% το 2013, με προοπτικές να υποχωρήσει περαιτέρω κατά το 2014 στο επίπεδο του 84%.
  18. Οι μισθοί (χωρίς τον συνυπολογισμό του τεκμαρτού εισοδήματος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων) μειώθηκαν κατά 30 δις ευρώ, από τα περίπου 85 δις ευρώ το 2009 σε 56 δις ευρώ το 2014 (προ φόρων και χωρίς να γίνει η διόρθωση για το 5% των υψηλών μισθών που αφορούν σε διευθυντές των οποίων οι αμοι­βές δεν μειώθηκαν).
  19. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα για το σύνολο της οικονομίας υπολογισμένο σε δολάρια και συγκρινόμενο με το αντίστοιχο μέγε­θος των 37 άλλων ανεπτυγμένων χωρών μειώθηκε στη διάρκεια της περιόδου 2008 - 2013 κατά 20%. Η αντίστοιχη μείωση σε εθνικά νομίσματα (χωρίς δηλαδή να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων) ανήλθε σε 21%. Οι μεταβολές αυτές μετέτρεψαν σημαντικά το επίπεδο του κόστους εργασίας αφού στο τέλος του 2013, η μείωση των αμοιβών εργασίας της τετραετίας 2010-2013, είχε αντισταθμίσει ολόκληρη την αρνητική επίπτωση που είχε επιφέρει η ανατίμηση του ευρώ στο μοναδιαίο κόστος εργασίας. Η Ελλάδα έχει πλέον κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος χαμηλότερο από τις άλλες 14 πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την Κύπρο και την Σλοβενία. Είναι η χώρα με το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος εργασίας μετά από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
  20. Η απόσταση που χωρίζει το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα από τις άλλες προηγμένες χώρες της ευρωζώνης είναι σημαντική και ανέρχεται σε 34% ως προς την Γερμανία (με βάση 100 για Γερμανία, ο δείκτης ανέρχεται σε 66 για την Ελλάδα). Το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Πορτο­γαλία είναι για πρώτη φορά υψηλότερο από αυτό της Ελλάδας (73 έναντι της Γερμανίας). Υψηλότερο από την Ελλάδα και μάλιστα κατά πολύ, είναι το μονα­διαίο κόστος εργασίας στην Ισπανία, την Ιρλανδία και την Σλοβενία.
  21. Οι μέσες ετήσιες μικτές (ακαθάριστος μισθός και εισφορές εργοδότη) αποδο­χές σε ευρώ στην Ελλάδα ανά απασχολούμενο κατά το 2014 είναι μικρότερος από αυτές της Σλοβενίας και της Κύπρου (όπου επίσης έχει μειωθεί ο πραγμα­τικός μισθός) και ανέρχονται σε 21.930 ευρώ, έναντι περίπου 35.000 ευρώ στην Ισπανία, 39.000 ευρώ στην Γερμανία, 49.000 ευρώ στην Γαλλία και 45.000 ευρώ στην Ιρλανδία.
  22. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός των απω­λειών σε πραγματικούς όρους των κατώτατων αποδοχών λόγω πληθωρισμού κατά την διετία 2010-2011), επιβάλλεται τον Φεβρουάριο του 2012 με την ΠΥΣ 6/2012 (2ο Μνημόνιο), ονομαστική μείωση 22% στον κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο και 32% αντίστοιχα για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών. Παράλληλα, η καθίζηση της αγοραστικής δύναμης (25 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1984) του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, δεν επιδέχεται σύγκρισης με καμία άλλη περίπτωση ευρωπαϊκής χώρας, δεδομένου ότι, και την ίδια περίοδο 2010-2013, ο πραγματικός κατώτερος μισθός μειώθηκε κατά 25,9 % και κατά 35,4 % για τους νέους κάτω των 25 ετών.
  23. Κατά την περίοδο 2010-2013 οι κατώτατες συμβατικές κλαδικές πραγματικές αποδοχές υποχωρούν σημαντικά και μειώνονται κατά 18,8 % στα ξενοδοχεία, 9,8 % στο εμπόριο, 8,2 % στις Τράπεζες, 6,6 % στην τσιμεντοβιομηχανία και 4,5 % στην σιδηροβιομηχανία. Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στις κατώτατες αποδοχές στον κλάδο των ξενοδοχείων. Στα τέλη του 2013, η εξέλιξη του κατώτατου πραγματικού μισθού των ξενοδοχοϋπαλλήλων έχει ακυρώσει πλήρως την πρόοδο που επιτεύχθηκε σε όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου 2010­2013 και έχει επανέλθει σε πραγματικούς όρους σε επίπεδα προ του έτους 2.000.
  24. Σε 1.350.000 άτομα ανήλθε ο αριθμός των ανέργων κατά το 2013 έναντι 378.000 άτομα το 2008. Επομένως, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχει προκαλέσει, μεταξύ των άλλων, και απώλειες περίπου ενός εκατομμυρίου θέσεων εργα­σίας. Για το 2014 προβλέπεται ότι θα υπάρξει μείωση (προσωρινή, εποχική, επιδοτούμενη απασχόληση, κλπ.) του αριθμού των ανέργων κατά περίπου 80.000 άτομα (σε μέσο ετήσιο επίπεδο και θα προέλθει κατά τα 3/4 από την συρρί­κνωση του εργατικού δυναμικού κατά το 1/4 από την μείωση της απασχόλησης). Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά το 2009-2013 σε 27,3% σε μέσο επίπεδο και ο λόγος ανέργων/απασχολούμενων υπερβαίνει το 1/3, γεγονός που σημαίνει ότι σε κάθε τρεις εργαζόμενους αντιστοιχεί περίπου ένας άνεργος. Ειδικότερα, η ανεργία των νέων 15-24 ετών ανήλθε στο 58% (178.000 άτομα) και η ανεργία της ομάδας ηλικιών 45-64 ετών ανήλθε στο 20,3% (359.000 άτομα).
  25. Από το σύνολο των απασχολουμένων (3.483.700 άτομα, Α’ τρίμηνο 2014) το 63,3% εργάζονται ως μισθωτοί, το 25% είναι αυτοαπασχολούμενοι, το 6,4% είναι εργοδότες και το 4,6% είναι συμβοηθούντα και μη αμειβόμενα μέλη της οικογένειας. Παράλληλα, από το σύνολο των ανέργων επτά στους δέκα ανέρ­γους είναι μακροχρόνιοι άνεργοι, ενώ μόλις το 26% των ανέργων έχει διάρκεια ανεργίας από ένα μέχρι ένδεκα μήνες.
  26. Παρά την σημαντική αύξηση του αριθμού των ανέργων κατά την περίοδο 2010­2014, ο αριθμός των επιδοτούμενων ανέργων μειώνεται εξίσου σημαντικά, ιδιαίτερα το τελευταίο έτος, με αποτέλεσμα οι επιδοτούμενοι άνεργοι να αντι­στοιχούν από το 1/3 τον Ιανουάριο του 2010, στο 10,3% των ανέργων τον Απρίλιο του 2014, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της μείωσης του αριθμού τω επιδοτούμενων ανέργων οι οποίοι ομαδοποιούνται στην κατηγορία των «κοινών κλπ ανέργων» αλλά και των αλλαγών των προϋποθέσεων για την λήψη του επιδόματος ανερ­γίας στους εποχικά απασχολούμενους.
  27. Η ανεργία των νέων (15-24 ετών) και των ηλικιωμένων (45-64 ετών) αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα και εμφανίζει αυξητικές τάσεις στις περισσότερες χώρες, ενώ στις χώρες που εφαρμόζονται προγράμματα λιτότητας η αύξηση αυτή είναι εντυπωσιακή. Παράλληλα, οι πολιτικές απασχόλησης κατά την περί­οδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης επικεντρώθηκαν σε μέτρα ενίσχυσης της ευελιξίας, της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, κλπ χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της ανεργίας.
  28. Οι δαπάνες για την απασχόληση και την κοινωνική προστασία των ανέργων, μειώθηκαν σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά τις αυξημέ­νες ανάγκες που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση και ύφεση η οποία, ιδιαίτερα, την ομάδα ηλικίας ανέργων 45-64 ετών την οδηγεί για παράδειγμα στην Ελλάδα στην πρόωρη συνταξιοδότηση με μειωμένη σύνταξη, λόγω της σοβαρής ανεπάρκειας της προστασίας των ανέργων (40.000 νέοι συνταξιούχοι τον χρόνο μέχρι το 2009 και 100.000 νέοι συνταξιούχοι τον χρόνο μετά το 2010. Παράλληλα, η μείωση των δαπανών απασχόλησης είναι υψηλότερη στις χώρες με οξύτερα προβλήματα ανεργίας και ειδικότερα η μείωση είναι μεγαλύτερη στις ενεργητικές πολιτικές και τις υπηρεσίες απασχόλησης.
  29. Η καθυστέρηση επίλυσης ή η αναποτελεσματικότητα αντιμετώπισης της ανεργίας δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τις πολιτικές απασχόλησης και επιδεινώ­νει τις αρνητικές παρενέργειές τους στην οικονομία, την δημογραφία (η ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών θα διευρύνεται στο σύνολο του πληθυσμού μέχρι το 2035 και θα συμβάλλει, στον βαθμό που την αφορά, στην γήρανση του πληθυσμού).
  30. Οι ειδικότερες επιπτώσεις της ηλικιακής ομάδας (45-64 ετών) είναι: i) ότι συμβάλλει στο αναλογιστικό έλλειμμα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) κατά 50%, ii) ότι η ένταξη της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας στην αγορά εργασίας κατά 10.000 άτομα τον χρόνο από τα 30.000 άτομα νέας συνο­λικής ετήσιας απασχόλησης που δημιουργείται με ετήσιο ρυθμό αύξησης 2% του ΑΕΠ συμβάλλει στην μείωση του ελλείμματος του ΣΚΑ ετησίως κατά 2,1%. Παράλληλα, σε αναλογιστικούς όρους το 2023 εμφανίζεται στο ΣΚΑ ως εναρ­κτήριο έτος το φαινόμενο της μαζικής εξόδου συνταξιούχων (babyboom) και το 2046 και μετά, με τις παρούσες και μελλοντικές δημογραφικές εξελίξεις του πληθυσμού εμφανίζεται το φαινόμενο της μη ανανέωσής του από τις νέες γενεές.
  31. Η παγκόσμια οικονομία δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει οριστικά τα διαρ­θρωτικά προβλήματα που οδήγησαν στην οικονομική κρίση το χρηματοπιστω­τικό σύστημα, το οποίο παραμένει ασταθές, ενώ οι πολεμικές συγκρούσεις προκαλούν έντονη ανησυχία και οικονομική αβεβαιότητα. Παράλληλα, η ευρω­παϊκή οικονομία δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη και ισχυρή ανάκαμψη, με την υψηλή ανεργία, τα προγράμματα λιτότητας, τα προβλήματα στο χρηματο-πιστωτικό σύστημα και την εντεινόμενη κρίση του δημόσιου χρέους ορισμένων χωρών να διαχέει την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα για τις μελλοντικές εξελίξεις. Με άλλα λόγια το περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας παραμένει ασταθές και αβέβαιο.
  32. Η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα κατά το 2013-2016 και το 2015-2018 παραμένει στοχευμένη με προσήλωση στην μείωση των δημοσίων δαπανών και την αύξηση των εσόδων από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Τα έσοδα αυτά ύψους άνω των 14,5 δις ευρώ θα επιδεινώσουν, εκτός των άλλων, την κατά­σταση στην πραγματική οικονομία και την αγορά εργασίας χωρίς να επιτυγχά­νουν τον δημοσιονομικό στόχο μείωσης δημοσιονομικού ελλείμματος.
  33. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις στο πεδίο της εθνικής εργατικής νομοθεσίας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζονται, κυρίως, από την στρατηγική ενίσχυσης της ευελιξίας της εργασίας, απορρύθμισης των εργασια­κών σχέσεων και μετασχηματισμού του κοινωνικού κράτους σε κράτος φιλαν­θρωπίας. Ειδικότερα στην Ελλάδα οι νομοθετικές παρεμβάσεις των Μνημονίων έχουν καθιερώσει σε μεγάλο βαθμό την ευελιξία φθηνής απασχόλησης, χαμηλού κόστους προσλήψεις και αντικαταστάσεις ή αποχωρήσεις ή απολύσεις μεγαλύ­τερων σε ηλικία εργαζομένων.
  34. Κορύφωση στην «εποχή της ανασφάλειας» της εργασίας στην Ευρώπη και ιδι­αίτερα στην Ελλάδα είναι η επισφαλής εργασία, στην οποία συγκαταλέγεται, μεταξύ των άλλων, και η προσωρινή απασχόληση, η οποία για τους νέους αποτελεί συγκοινωνούν δοχείο με την ανεργία. Ουσιαστικά αποτελεί μία «ρευστή εργασιακή συνθήκη», μία συνεχής κατάσταση «εντός και εκτός» της αγοράς εργασίας, ενώ διαπερνά, επηρεάζει και τελικά καθορίζει όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής του εργαζομένου.
  35. Η οριακή ισορροπία εισροών-εκροών κατά το 2014-2015, και από το τέλος του 2015 και μετά (δηλ. το 2016), ανατρέπεται στο κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα της χώρας (ΣΚΑ), με αποτέλεσμα η ρευστότητα (4,5 δις. ευρώ το αποθεματικό κεφάλαιο του ΣΚΑ το 2013) και η βιωσιμότητά του να απαιτούν πρόσθετους πόρους (2016 950 εκατ. ευρώ, 2017 1,88 δις ευρώ, 2018 2,14 δις ευρώ, 2019, 2,40 δις ευρώ, 2020 2,67 δις ευρώ).
  36. Οι περικοπές των συντάξεων, (κύριων και επικουρικών), οι μειώσεις του εφάπαξ, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των κύριων συντάξεων, των επικουρικών (ρήτρα μηδενικού ελλείμ­ματος) συντάξεων και του εφάπαξ (αλλαγή του μαθηματικού τύπου), η μείωση της κρατικής επιχορήγησης, οι αποσπασματικές και ανορθολογικές ενοποιήσεις των ασφαλιστικών ταμείων με βασικό κριτήριο την εξασφάλιση πόρων από τα πλεονασματικά ταμεία και την σταδιακή μείωση των παροχών όλων των ασφα­λισμένων και συνταξιούχων, κ.λ.π. κατά την περίοδο 2010-2013, σε συνθήκες εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας, μετατόπισε το οριακό έτος στην εξέλιξη των αποθεματικών του ΣΚΑ από το 2014 στο έτος 2016, δηλ. μόνο κατά δύο χρόνια.
  37. Οι δυσμενείς εξελίξεις στην ρευστότητα και στην μακροχρόνια βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος στην Ελλάδα σηματοδοτούν «την ώρα μηδέν για το Ασφαλιστικό» και αναδεικνύει την αναγκαιότητα νέου πλαισίου χρηματοδότη­σης του συνταξιοδοτικού συστήματος με την ανεύρεση νέων πόρων εκτός Κρατι­κού Προϋπολογισμού (π.χ. αύξηση αντικειμενικών αξιών δημόσιας περιουσίας, τυχερά παιχνίδια, κερδοφορία Τραπεζών και δημόσιων επιχειρήσεων, κρατικές προμήθειες, φορολογία στις εταιρείες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογοναν­θράκων, δημόσια έργα, καζίνο, κλπ. (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2010), με στόχο την μακροχρόνια οικονομική βιωσιμότητα και κοινωνική αποτελεσματικότητα του ΣΚΑ.

ΠΛΗΡΗΣ Η ΕΚΘΕΣΗ:> http://www.inegsee.gr/wp-content/uploads/2014/09/EKTESH_16-27082014.pdf


[1]Στην εκπόνηση της Έκθεσης για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του έτους 2014 εκτός από τον συντονισμό, την επιμέλεια της έκδοσης και την επιστημονική ευθύνη του Επιστ. Δ/ντή του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ, Ομότ. Καθ. Σάββα Ρομπόλη, καθώς και την βασική συμμετοχή του Η. Ιωακείμογλου, συμμετείχαν και οι Π. Γεωργιάδου, Κ. Δημουλάς, Γ. Κουζής, Ε. Κούστα, Γ. Κρητικίδης, Β. Μπέτσης, Χ. Τριανταφύλλου και Σπ. Χρυσανθόπουλος.

Συνημμένα:
ΑρχείοΠεριγραφήΜέγεθος Αρχείου
Κατέβασμα αυτού του αρχείου (INE-ΓΣΕΕ_2014.pdf)INE-ΓΣΕΕ_2014.pdfINE-ΓΣΕΕ_Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση του έτους 20147859 Kb
 

Γιώργος ΑΓΟΡΑΣΤΑΚΗΣ

 

SOCIAL MEDIA

Επισκευθείτε τη σελίδα μου στο FacebookΑκολουθείστε τη σελίδα μου στο TwitterΕπισκευθείτε τη σελίδα μου στο Google Plus

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ

Συνδέεστε μαζί μας

TWEETS ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

www.mikis-crete.gr